ragMikrKozTrag 3ΤΡΑΓΟΥΔΓΙΑ ΑΠ’ΤΟΥ ΜΚΡΟΒΑΛΤΟΥ ΤΣ ΠΡΟΥΤΟΥΧΡΟΥΝΙΑΣ «ΡΑΓΚΑΤΖΙΑΡΓΙΑ» 

-Τοὺ γινικὸ πρόσταγμα τ’ὄχ’ ἡ Ἀρχικαπιτάνιους.

 

Εἶνι ἀντμέν’:

-Ἡ Ἀράπς μὶ ταλαγάν’ μαλλιώτου-κατσιούλα, κὶ ζουσμένος κουδούνια κὶ κυπριὰ τρανὰ ἀποὺ γκισέμνια

-Ἡ Ἀρχινύφ’

-Οἱ Καπιταναραῖοι μὶ φουστανέλλις, χουλέβγια, ἀσημκά, ξυλουμαχαῖρις κι ἰδώϊας στοὺ χέρ’ κιντμένα φίδγια μὶ χαντρούλια μὶ τοὺ τσιγγιλάκ’.

-Οἱ μασκαρᾶδις μὶ προυβγιὲς κι τζιαντούργια …. ὤχ (γκουρμπέτδις-γκουρμπιταί)

 

Μὶ τοὺν ἰρχουμὸ τ’νέου ἔτους, λίγου μιτὰ τὰ μισάνυχτα,

κιἀφοῦ τσάκζαν ‘νκαμπάνα τ’ἉηΓιώρ’ στοὺ βάριμα (παλιά),

ξικινοῦσαν ἀπ’ τ’παπᾶ τοὺ σπίτ’, ὅσ’ θὰ γύρζαν τοὺ χουργιό.

 

Τοὺ πρώτου τραγούδ’, ἀπ’ τοὺ κουνάκ’ μέχρι τνἸκκλησιὰ ἦταν:

 

1.Φιγγαράκι μου λαμπρὸ

Φέξι μι νὰ πιρπατῶ

Νὰ πααίνου στοὺ σκουλειὸ

Νὰ μαθαίνου γράμματα

γράμματα σπουδάγματα

τ’Θεοῦ τὰ πράματα!

τραγούδ’ προυτουχρουνιᾶς

πααίνουντας κα’ ‘νἸκκλησιὰ

 

ragMikrKozTrag 1 2 

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρουνιὰ

κι ἀρχὴ κι ἀρχήκαλόζμας χρόνους…

 

2.Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

Γινάρης ξημηρών’

Βασίλημ’ πόθιν ἔρχισι

Κιἀπόθιν κατιβαίντς

Ἰγὼ π’τὰ ξένα ἔρχουμὶ

κι στὰ δικά μου πάου.

Σὰν ἔρχισ’ ἀπ’τὴν ξενητχειὰ

πέ μας κανὰ τραγούδ’.

Ἰγὼ τραγούδγια μάθισκνα

τραγούδγια νὰ σᾶς λέου.

Στὴν πατηρίτσα ‘κούμπησα

νὰ πῶ τὴν ἀλφαβήτ’

κι ἡ πατηρίτσαἦτάν χλουρὴ

κι ἀπόλυκι κλουνάρ’

κλουνάργια χρυσουκλώναρα

κιοὑλάργυρὰ εἶν’τὰ φύλλ’.

Οὑλάργυρὰ κιοὑλάχρυσὰ

Κιοὑλάμαλαματέν’

τραγούδ’ προυτουχρουνιᾶς

ἀμπρουστὰ σνἸκκλησιὰ

κὶ σὶ σπίτ’ ἁπ’γιουρτάζ’

 

3.Στὶς Παναγίτσας τὴν αὐλὴ

κλῆμά ἦταν φυτεμέν’

κανεὶ τὰ φύλλα πράσινα

κι τοὺ σταφύλλ’ μουσχάτ’

κι τοὺ κρασίτου κόκκινου

σὰν τοῦ Χριστοῦ τοὺ αἷμ’

Κι ὅσὶς μαννοῦλις κι ἂν τοὺ πχιοῦν

καμνιὰ πιδὶ δὲν κάμν’

Νὰ τὄπινι κι ἡ μάννα μου

κι μένα νὰ μὴν κάμ’.

Σὰν μ’ἔκαμι τὶ μ’ἤθιλνι

στὰ ξένα τυραννιοῦμ’

μὶ τρώει ἡ λέρα τοὺ κουρμὶ

κι τὰ φλουργιὰ τὴ μέσ’!

τραγούδ’ προυτουχρουνιᾶς

ἀμπρουστὰ σνἸκκλησιὰ

οὑδηγός: Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι…

 

4.ἉηΓιώργη μου ἉηΓιώργη μου

κι χρυσουκαβαλάρ’

ἰμεῖς σὶ καμαρώνουμι

μὶ τοὺ χρυσὸ κουντάρ’.

 

ἉηΓιώργη μου ἉηΓιώργη μου

δεῖξι τὰ θαύματάσ’

νὰ ἰδοῦν τὰ παλληκάργια σου

ποὺ τραγουδοῦν μπρουστάσ’.

 

ἉηΓιώργη μου ἉηΓιώργη μου

δῶσίμας τὴν ἰφχήσ’.

Νὰ παίξουμι Προυτουχρουνιὰ

μπρουστὰ εἰς τὴν αὐλήσ’.

 

ἉηΓιώργη μου Ἁηγιώργη μου

λιβέντουπάλληκάρ’

καβάλα στ’ἄσπρου τ’ἄλουγου

λαμπεὶς σὰν τοὺ λιουντάρ’

 

ἉηΓιώργη μου ἉηΓιώργη μου

Ἰβλόγα τὰ πιδγιάσ’

ἁπ’ τραγουδοῦν στοὺ σπίτι σοὺ

μπρουστὰ στὴν κάμαράσ’.

 

ἉηΓιώργη μου ἉηΓιώργη μου

Βλόγὰ τοὺ νέου ἔτους

ὁλοὶ νὰ τοὺ πιράσουμι

καλὰ κι ‘φτυχισμένα.

 

οὑδηγός: Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

τοὺ τραγδοῦν μπρουστὰ σνἸκκλησιὰ

ἅμα σώσ’ ἡ παπᾶς τ’λειτουργία

 

 

 

 5.Κάτού στ’ἀργυρουστόλισμα

στοὺν ἀργυρὸ τοὺν τόπ’.

Ἰκεῖ διντρὶ δὲν ἤτανι

κι δέντρου φανιρώθκ’.

Τοὺ δέντρου ἦταν ἡ Χριστὸς

κι ρίζα ἡ Παναγιά.

Τὰ δώδικα κλουνάργια του

οἱ Δώδικ’ Ἀπουστόλ’.

τοὺ τραγδοῦσαν

μπρουστὰ σνἸκκλησιὰ

ἅμα ἔσουνι ἡ παπᾶς τ’λειτουργία

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

6.Ἕνὰ μικρὸ Τουρκόπουλου

μικρὸ Βυζιρουπαίδ’.

Μιὰ Ρουμηοποῦλα κυνηγᾶ

γυναῖκα νὰ τὴν πάρ’.

Στοὺν ἉηΓιώργη πάηνι

στοὺν ἉηΓιώρ’ πααίν’.

-ἉηΓιώργημου βοήθαμε

Νὰ μὴ μὶ πάρ’ ἡ Τούρκους.

Θὰ φέρου λίτρα τοὺ κηρὶ

λιτρὰ κι τοὺ λιβάν’.

Κι στοὺ βουβαλουτόμαρου

θὰ κουβαλνῶ τοὺ λάδ’.

-Κι νὰ κι τοὺ Τουρκόπουλου

στῆς Ἰκκλησιᾶς τὴν πόρτ’.

Παρακαλάει τοὺν ἅγιου

γουνατιστὸς κι λιέει- (κι κλιαίει).

-ἉηΓιώργημοὺ ἀφέντημοὺ

κι χρυσουκαβαλάρ’

φανέρωσέμι τὴ Ρουμηὰ

γυναίκα νὰ τὴν πάρου.

Κι θ’ἀσημώσου τνἸκκλησιὰ

θὰ φκιάσουμι κι θόλο

θὰ ζουγραφήσου κι τς Ἁγίοι

ὁλνοὺς μὶ τὴν ἀράδατς

κι ὅλα τὰ καντήλιασου

ὅλὰ θὰ στ’ἀσημώσου.

Σιἁμάξ’ θὰ φέρου τοὺ κηρὶ

σιἁμάξ’ κι τοὺ θυμιάμα

κι στοὺ βουβαλουτόμαρου

θὰ κουβαλνῶ τοὺ λάδ’.

Κι νίκησε τοὺ τάξιμου

ἁπ’ ἔκαμι ἡ Τούρκους.

τραγούδ’ προυτουχρουνιᾶς

μπρουστὰ σνἸκκλησιὰ

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

7.Ἰδῶ σὶ τούτην τὴν αὐλὴ

στοὺ μάρμαρου στρουμέν’.

Ἰδῶ κοιμᾶτ’ ἡ Δέσπουτὰς

μὶ τοὺ χαρτὶ στοὺ χέρ’.

Μὶ τοὺ χαρτὶ μὶ τοὺ Σταυρὸ

μὶ τ’ἅγιου τἅγιου τοῦ Βαγγέλιου.

Κανὰς δὲν πάει νὰ τοὺν ξυπνήσ’

στὴν Ἐκκλησιὰ νὰ πάη.

Μόν’ ἡ χρυσῆ ἡ Παναγιὰ

πααίν’ κι τοὺν ξυπνάει.

Ξύπνὰ ξύπνὰ βρὲ Δέσπουτα

κι μὴν βαργυονκοιμάσ’.

Τὰ μαναστήργια σήμαναν

κι οἱ νἸκκλησιὲς δγιαβάζν

Δγιαβάζουν τοὺν Ἀϊπόστουλου

κι τ’ἅγιου τοὺ Ἰβαγγέλιου!

Τοὺ πρώτου δίστιχου ἴλιγι κι:

Ἀπάνου σὶ χρυσουμηλιὰ

κι κάτου στ’ἅγιου κλῆμα

 

οὑδηγός: Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

τραγούδ’ στοὺ σπίτ’ τ’παπᾶ  

 

  

8.Καλημεράσ’ ἀφέντημου

Καλῶς τὰ παλληκάργια

Πρῶτὰ ἡ Θιὸς σὶ τίμησι

Κι ‘στέρα ἡ κόσμους ὅλους.

Νὰ ζήσης χρόνια ἱκατὸ

Κι νὰ τὰ ἀπιράσς.

Ν’ἀσπρίσης σὰν τοὺν Ἔλυμπου

κι σὰν τοὺ Πιριστέρ’.

Κι βάλι τοὺ χιράκι σου

στὴν ἀργυρὴ σακκούλα.

Κι ἂν ἔχης γρόσια κέρνα τα

φλουργιὰ μὴν τ’ἀλυπᾶσι

Κι ἂν ἔχης κι μονόγροσια

κέρνα τὰ παλληκάργια.

Γιὰ τὴν ὑγειάσου τὰ κερνᾶς,

γιὰ τοὺν κινούργιου χρόνου.

τραγούδ’ σὶ πρόϊδιρο…

οὑδηγός: Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

9. Γραμματικὸς ἐκάθονταν

πάνω σὲ ἄσπρη πέτρα.

Μόν’ γράφει κι κουντύλιαζι

γράφει κι κουντυλιάζει.

Κι ἀπ’ τὴν πολλή του τὴ γραφὴ

κι ἀπ’ τὴν πολλὴ μελέτη

ἐρράγισε ἡ πέννα του

κι ἐχύθκιν τοὺ μιλάνι

κι λέρουσι τὰ ροῦχα του

τὰ χρυσουκιντιμένα.

Σιἰννιὰ πουτάμνια τὰ ‘πλυνι

κι πάλι δὲν ξεβάφουν

Σιἰννιὰ τσιαΐργια τ’ἅπλουνι

κι πάλι δὲ στιγνώνουν!

Σὶ σπίτ’ μὶ σπουδαγμένου πιδὶ

ἢ ἁπ’ σπούδαζι

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

 10. Σὶ τούτου σπίτι ποὔρθαμι

Πέτρα νὰ μὴ ραγίση

Κι ἡ νοικουκύρης τοὺ σπιτχιοῦ

χίλιὰ χρουνιὰ νὰ ζήση.

Νὰ σπέρνη τὰ χουράφχια του

καλὴ σουδειὰ νὰ ἔχη.

Ν’ἀσπρίση σὰν τοὺν Ἔλυμπου

κι σὰν τὴν Πιριστέρα.

Κι βάλι τοὺ χιράκι σου

κτὴν ἀργυρὴ σακκούλα.

Κι ἂν ἔχης γρόσια κέρνα τα

φλουργιὰ μὴν τ’ ἀλυπᾶσι.

Κι ἂν ἔχης κι μονόγροσια

κέρνα τὰ παλληκάργια.

Γιὰ τὴν ὑγειάσου τὰ κιρνᾶς

γιὰ τοὺν κινούργιου χρόνου.

Τραγδιέτι σὶ σπίτ’ γιουργοῦ

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

11. Ξηνητιμένου μου πουλὶ

Κι παραπουνημένου

Ἡ ξηνητχειὰ σὶ χαίριτι

Κι’γὼ’χου τοὺν καημό σου.

Τὶ νὰ σὶ στείλου ξένι μου

τὶ νὰ σὶ προυβουδίσου;

Νὰ στείλου μήλου σέπεται,

κυδώνι μαραγκιάζει,

σταφύλλι ξερουγιάζει,

τραντάφυλλου μαδγιέτι,

νὰ στελου κι τοὺ δάκρυ μου

σι ἕνα χρυσὸ μαντήλι.

Τοὺ δάκρυ μου εἶνι καυτὸ

κι καίει τοὺ μαντήλι!

Τραγδγιέτι σὶ σπίτ’ μὶ ξηνιτημένουν

ἢ στρατιώτ’

οὑδηγός:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

12. Ἀφέντης πὄχ’ ἑνάν ὑγιὸ

στοὺν δάσκαλου τοὺν στέλν’

Τοὺν ἔλουζι τοὺν χτένιζι,

κι στοὺ σκουλειὸ τοὺν στέλ’.

Κι ἡ δάσκαλους τοὺν δέχτηκι

μὴ τὴν χρυσῆ τὴν βέργ’.

Μὴ τὴ χρυσῆ μὴ ‘νἀργυρῆ

μὴ τὴν μαλαματέν’.

Ἡ ’μκρὸς παραπουνεύτηκι

πίσοὺ στὴ μάννατ’ πάει.

Κι ἡ μάννα του τοὺν δέχτηκι

πίσοὺ μακριὰ ‘πτὴν πόρτ’.

-Πιδί μου ποὖν’ τὰ γράμματα

κι ποὖνι τοὺ καλόσ’.

-Τὰ γράμματ’ εἶντα στοὺ χαρτὶ

κι ἡ νοῦζμου πάει πέρα

πέρὰ πέρὰ κι ἀντίπιρα

περὰ στὶς μαυρουμάτις

ποὖχοὺν τὰ μάτχια σὰν ἰλιὰ

τὰ φρύδγια σὰν γαϊτάνι.

Τραγδγιέτι σὶ σπίτ’ μὶ πιδὶ στοὺ σκουλειὸ

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

13. Ἑνὰ μικρὸ μικρούτσικου

μικρὸ κι χαϊδιμέν’.

Μικρὸ τοὖχεὶ ἡ μάννατου

μικρὸ κι ἡ μπαμπᾶςτ’.

Τρεῖς βαγιουποῦλις τοὺ κουνοῦν

κι τρεῖς τοὺ κανακεύν’.

Ἡ μνιὰ τὴν ἄλλη ἴλιγι

ἡ μνιὰ τὴν ἄλλη λιέει.

Κουνάτου βάγιαμ’ κούνατου

Καλὰ κανάκιψέτου.

Ὥσποὺ νὰρθῆ ἡ μάννατου

μὶ τοὺ χρυσὸ τοὺ γάλα.

Μὶ τοὺ χρυσὸ μὶ τ’ἀργυρὸ

μὶ τοὺ μαλαματένιου.

τραγδγιοῦνταν σὶ σπίτ’

μὶ νιουγέννητου πιδὶ

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

14. Μάννὰ πὄχεὶ μνιὰ λυγιρὴ

πὄχεὶ μνιὰ θυγατέρ’.

Τὴν ἔλουζι τὴν χτένιζι

στοὺν δάσκαλου τὴν στέλν.

Κι ἡ δάσκαλους τὴν δέχτηκι

μὶ τὴ χρυσῆ τὴ βέργ’.

Μὶ τὴ χρυσῆ μὶ ‘νἀργυρῆ

μὶ τὴν μαλαματένια.

Ἡ μκρὴ παραπουνεύτηκι

πίσοὺ στὴ μάννατς πάει.

Κι ἡ μάννα της τὴν δέχτηκι

Πίσοὺ μακριὰ ‘πτὴν πόρτα.

-Πιδί μου ποὖν’ τὰ γράμματα

κι ποὖνι τοὺ καλόσ’.

-Τὰ γράματὰ εἶνι στοὺ χαρτὶ

κι ἡ νοῦζμου πάει πέρα.

τραγδγιέτι σὶ σπίτ’

μὶ κουρίτσ’ στοὺ σκουλειὸ

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

  

15. Μουρὴ κοντή μου τσαπουρνιὰ

τὶ στέκεις στουλισμέν’;

Κι ἀπ’ τοὺ φλουρὶ δὲ φαίνισι

κι ἀπ’ τοὺ μαργαριτάρ’.

Ἡ μάννα μου μὶ στόλισι

κι στέκου στουλισμέν’.

Αὐτοῦ ποὺ κουντουστέκισι

ἡ τόπους λουλουδγιάζ’.

Μόν’ βγάζει μέλι κι κηρὶ

κι ἀρχόντικο λουλούδ’.

Τοὺ μέλ’ τοὺ τρῶν’ οἱ ἄρχουντὶς

κι τοὺ κηρὶ οἱ ἁγίοι.

Κι τοὺ μιλισσουβότανου

Μυρίζν τὰ παλληκάργια.

Τραγδγιέτι σὶ σπίτ’

μὶ μκρὸ κουρίτσ’

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

16. Πῶς πρέπει ἡ βασιλικὸς

στοὺν κήπου φυτημένους.

Ἔτσ’ πρέπ’ κι οὑ νιούτσικους

νὰ παίζ’ μὶ τὴν ἀγάπητ’.

Στὰ γόνατα τὴν ἔπιρνι

στὰ μάτχια τὴ φιλοῦσι

στὰ μάτχια στὰ ματόκλαδα

στὰ κόκκιανά της χείλη.

-Κόρημ’ δὲν εἶσι ρόδινη

ξανθὴ κι μαυρουμάτα.

-Ἂν θὲς νὰ εἶμι ρόδινη

ξανθὴ κι μαυρομάτα.

Νὰ μ’ἀγουράσ’ ἕνὰ φουστάν’

κι Λάρσινο ζουνάρι.

Νὰ βάλου τὴ μεσούλα μου

που’ναὶ σὰ δαχτυλίδι!

Τραγδγιέτι σὶ σπίτ’ μὶ νέοι

γιὰ ἀρραβῶνα

ἢ ἰρουτιβμέν’

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

17. Σὶ τοῦτ’ τὰ σπίτχια τὰ ψηλὰ

στ’ ἀνώϊα τὰ μιγάλα,

ἰδὼ ‘χουν κόρη ἀνύπαντρη

κόρὴ γιὰ ἀραβώνα.

Τὴν τάζουν γιὸ τοῦ Βασιλιᾶ

τὴ δίνουν γιὸ τοῦ Ρήγα.

-Δὲ θέλουν γιὸ τοῦ Βασιλιᾶ

δὲ θέλουν γιὸ τοῦ Ρήγα

μόν’ θέλουν τζιομπανόπουλο

νὰ παίζη τὴ φλογέρα.

Νὰ παίζη νὰ λυγίζεται

νὰ βεργοκυματίζη.

Νὰ σφάζ’ ἀρνὶ τὴν Πασκαλιὰ

κριάρ’ τοὺν Ἁλουνάρη!

τραγδγιέτι σὶ σπίτ’ πὄχουν κουρίτσ’ γιὰ παντρειὰ

οὑδηγός:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

18. Σὰν κίνησι ἡ νιούτσικους

νὰ πάη ν’ἀρραβουνιάσ’.

Σὶ κεῖν’ τὰ σπίτχια τὰ ψηλὰ

σὶ κεῖνα τὰ σαράϊα.

Ἰκεῖ’ναι μνιὰ δασκάλισσα

που’χεί τρεῖς θυγατέρις.

Τὴν μνιὰ τὴν κράζουν τοῦ Μαϊοῦ

τὴν ἄλλη Δεσποποῦλα

τὴν τρίτη τὴ μικρότερη

Θανάσου μαυρουμάτα.

Αὐτὴν νὰ πάρς ἀγόρι μου

Κι ἂς εἶνι μαυρουμάτα.

σὶ σπίτ’ πὄχουν νέου τς παντρειᾶς

οὑδηγός:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

19. Κρατάει οὑ δέντρους τὴ δρουσιὰ

κρατάει οὑ νιὸς τὴν κόρη.

Στὰ γόνατα τὴν ἔπιρνι,

στὰ μάτχια τὴ φιλοῦσι.

Στὰ μάτχια στὰ ματόφυλλα,

στὰ φύλλα τὰ γραμμένα.

Νὰ ζήσιτι τὰ νιόπαντρα

πάντα τραγούδγια νἄχτι!

σὶ σπίτ’ μὶ νιόπαντρου ζιβγάρ’

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

20. Μισὰ σὶ τούτην τὴν αὐλὴ

στοὺ μάρμαρου στρουμέν.

Ἰδὼ ‘χουν χίλια πρόβατα

κι πιντακόσια γίδγια.

Ἔχοὺν καρδάργια γι’ ἄρμιγμα,

ἔχοὺν καδγιὰ γιὰ μπάτζιου.

Λύκοὺς νὰ φάη τὰ πρόβατα

κι τσιάκαλους τὰ γίδγια.

Ἀφέντη μου στὴν κάπα σου

ἰννιὰ χιλιάδις ψείρις.

Ἄλλὶς γιννοῦν κι ἄλλὶς κλουσσοῦν

κι ἄλλὶς αὐγουμαζώνουν.

Κι ἄλλὶς τοὺν Θιὸ παρακαλοῦν

νὰ μὴ τὶς ζεματίσν.

σὶ σπίτ’ τσιγγουναραίουν

π’δὲν τς κιρνοῦσαν καντίπουτας

ἢ δὲν τς ἀδέχουνταν

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

2

1. Ἰδῶ σὶ τούτην τὴν αὐλὴ

τὴ μαρμαρουστρουμένη.

Ἰδῶ χίλια πρόβατα

κι δγυὸ χιλιάδις γίδγια.

Ἰδῶ ‘χουν κι τοὺν μπιστικὸ

τοὺν καγκιλουφρυδάτου.

-Βρὲ μπιστικὲ βρὲ μπιστικέ,

Βρὲ καγκιλουφριδᾶτι,

τοῦ τίνος εἶν’ τὰ πρόβατα

τοῦ τίνος εἶν’ τὰ γίδγια;

-Τ’’αφέντη μας τὰ πρόβατα,

τ’ἀφέντη μας τὰ γίδγια,

τ’ἀφέντη μας κι τοὺ μαντρί,

μέσ’ στοὺ φλουρὶ πνιγμένου (μὶ τοὺ μαργαριτάρι;)

Ἰμεῖς θὰ τὰ τραγδίσουμι

κι ἡ Θιὸς νὰ τὰ χιλιάση.

-Ἂν εἶνι χίλια κι ἱκατὸ

νὰ γένουν τρεῖς χιλιάδις.

Κι ἂν εἶνι τρεῖς κι τέσσιρις

νὰ γένουν δικαπέντι.

Σὰν τοὺ μιλίσσ’ νὰ πιρπατοῦν,

σὰν τοὺ μιλίσσ’ νὰ βάζουν.

Κι σὰν τοὺ ζιρβουμέλισσου

νὰ πᾶνε νὰ τ’ἀρμέγουν, (βάζουνι τὰ κουδούνια)

Κι σὰν τὴ Μαΐσια τὴ βροχή,

τόσα καρδάργια γάλα.

-Καλὴ χρουνιά, βρὲ τσέλιγκα

κι πάλ’ νὰ τὰ χιλιάσης.

Ἄει κι τ’χρόν’

καλὴ χρουνιά.

σὶ σπίτχια τσιλιγκάδουν-κτηνοτρόφων

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

22. Σι αὐτὰ τὰ σπίτχια τὰ ψηλά,

τ’ἀνώϊα τὰ μιγάλα.

Ἰδῶ’χουν χίλια πρόβατα,

κι τρεῖς χιλιάδις γίδγια.

Ἂν εἶνι τρεῖς κι τέσσιρις

νὰ γένουν δικαπέντι.

Σὰν τοὺ μιλίσσι νὰ βουοῦν

σὰν τοὺ μιλίσσ’ νὰ βάζουν.

Κι σὰν τοὺ ζιρβουμέλισσου

νὰ πᾶνε κι νὰ βόσκουν.

Νὰ ζήση κι οὑ ἀφέντης μας

στὴν ξενητχειὰ νὰ πάη.

Νὰ πάη νὰ ξηνητιφτῆ

κι πίσου νὰ γυρίση.

Νὰ φέρ’ τὰ γρόσια στ’ ἄλουγα

κι τὰ φλουργιὰ στὶς μοῦλις.

Νὰ ζήσης πάντ’ ἀφέντη μου,

πάντα τραγούδγια νἄχης.

Πάντα τραγούδγια κι χαρὲς

κι οὑ Θιὸς μέρις κι χρόνια.

Καλή χρονιά σου τσέλιγκα

κι πάλ’ νὰ τὰ χιλιάσης.

Καλὴ χρουνιὰ

ἀ κι τ’χρόν’.  

 σὶ σπίτ’ τσιλιγκάδουν

οὑδηγὸς:Ἁγιὸς Βασίλης ἔρχιτι

 

23. Ἀπ’ τς ἀφιντάδις φέγουμι

κι στς ἀρχουντάδις πᾶμι.

Νὰ τοὺς πολυχρονίσουμι

κι τ’χρὀν’ τοὺν ἅϊΒασίλη.

***

Σὶ τούτ’ τοὺ σπίτ’ ἁπούρθαμι

πέτρα νὰ μὴ ραΐση.

Κι ἡ νοικουκύρης τοῦ σπιτχιοῦ

χίλια χρουνιὰ νὰ ζήση

Τοῦ τίνους εἶν’ τοὺ μάλαμα

ποὺ ‘ῤχόταν ἀπ’ τὴ βρύση;

Πὄχει γκιορντἀνι στὸ λαιμὸ

κι σύρμα στοὺ κιφάλι;

τιτράστιχα π’τ’ἄλιγαν

καθὼς πάηναν ἀποὺ σπίτ’ σὶ σπίτ’

ragMikrKozTrag 2

 

Β’.

  1. Τ’ΕΧΟΥΝ ΚΙ ΑΣΠΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ

Ἀει τ’ἔχουν βλαχάμ’ τ’ἔχοὺν τ’ἔχοὺν κι ἀσπρίζουν τὰ βουνὰ

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα κι τὰ λαγκάδγια σκούζουν.

Ἄει κι τὰ βλαχἀμ’ κι τὰ κι τὰ καημένα τ’Ἄγραφα

βλάχαμ κι βλαχοϋπούλα μοιργιολογοῦν τοὺς βλάχους.

Ἄει τὸ πῶς βλαχάμ’ τὸ πῶς τὸ πῶς περάσαμι

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα τόσου βαρὺ χειμῶνα

Ἄει ‘νἐμεῖς βλαχαμ’ ‘νἐμεῖς ‘νἐμεῖς κακὰ περάσαμι

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα τόσου βαρῦ χειμῶνα

Ἄει τὰ πρό- βλάχαμ’ τὰ πρὸ- τὰ πρόβατά μᾶς ψόφησαν

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα τὰ γίδγιά κινδυνεύουν

Ἄει μᾶς ἔ- βλαχάμ’ μᾶς ἔ- μᾶς ἔζουσαν κι τὰ μαντριὰ

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα μᾶς ἔζουσαν κι οἱ φλόγις

Ἄει μᾶς ἔ- βλαχάμ’ μᾶς ἔφυγαν κι τὰ σκυλιά

Βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα στὶς ράχις μόν’ οὐρλιοῦντι

Ἄει μᾶς ἔ- βλαχάμ’ μᾶς ἔ- μᾶς ἔφυγαν κι τὰ πιδγιὰ

Βλαχαμ’ κι βλαχοϋπούλα πῆγαν κουντὰ στοὺς κλέφτες

Ἄει βλαχάμ’ πᾶνε πᾶνε οἱ μάννις ἀπὸ κουντὰ

Βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα κουντὰ παρακαλιοῦντας

Ἄει γυρνᾶ βλάχαμ’ γυρνᾶ γυρνᾶτι πίσου νρὲ πιδγιὰ

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα πίσου γιὰ τὴν πατρίδα

Ἄει νὰ φτιά- βλαχάμ’ νὰ φτχιά- νὰ φτχιάξουμι τὰ πρόβατα

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα νὰ φτχιάξουμι τὰ γίδγια

Ἄει νὰ φτχιά- βλαχάμ’ νὰ φτχιά- νὰ φτχιάξουμι κι τὰ μαντριὰ

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα νὰ φτχιάξουμι τὶς στροῦγκις

Ἄει νὰ φτχιά- βλάχάμ’ νά φτχιά- νὰ φτχιάξουμι κι τὰ σκυλιὰ

βλάχαμ’ κι βλαχοϋπούλα κοπάδγια νὰ φυλάγουν.

Τὸ 1ο τραγούδι ποὺ χόρευε ὁ Ἀρχικαπετάνιος

2. ΒΓΗΚΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΝ ΕΛΥΜΠΟΥ

Βγῆκα ψηλὰ στοὺν Ἔ- στοὺν Ἔλυμπου

Ψηλὰ μωρὲ ψηλὰ στοὺ καραούλι

Ἄει κι ἀγνάντιψα Παναπαδούλα μου κι ἀγνάντιψα κα’ τὸ γιαλὸ (δὶς)

κι ἀγνάντιψα κα’τὸ κα’ τὸ γιαλὸ στὴν ἄ-μωρὲ στὴν ἄκρ’ ἀπ’ τὸ ποτάμι (δὶς)

Ἄει βλέπω κουμμα- Παναπαδούλα μου βλέπὼ κουμμάτι σύννεφο

βλέπω κουμμάτι σὺ- βρὲ σύννεφο βλέ- πὼ μωρὲ κουμμάτ’ ἀντάρα

Ἄει δὲν ‘ταν κομμὰ- Παναπαδούλα μου, δὲν ‘ταν κουμμάτι σύννεφο

δὲν ‘ταν μωρὲ δὲν ‘ταν κουμμάτ’ ἀντάρα.

Ἄει μόν’ ‘ταν ἡ τσιοὺ- Παναπαδούλα μου μόν’ ‘τὰν ἡ τσιούπρα τοῦ παππᾶ

μόν’ ‘ταν ἡ τσιούπρα τοῦ παππᾶ ποὺ ‘ρχό- μωρὲ ποὺ ‘ρχόταν ἀπ’ τ’ ἀμπέλι

Ἄει φερνεὶ τὰ μῆ- Παναπαδούλα μου φέρνεὶ τὰ μῆλα στὴν ποδιὰ

φέρνει τὰ μῆλα στὴν ποδιὰ τὰ κί- μωρὲ τὰ κίτρα στὸ μαντήλι

Ἄει δγυὸ μῆλα τῆς Παναπαδούλα μου δγυὸ μῆλα τῆς ἐγύρεψα

Δγυὸ μῆλα τής ἐγύ- ἐγύρεψα κι αὐτὴ μοῦ δίνει πέντε

Ἄει δὲ θέλου ἰγὼ Παναπαδούλα μου δὲ θέλου ἰγὼ τὰ μῆλα σου

δὲ θέλου ἰγὼ τὰ μῆ- τὰ μῆλα σου τὰ τσα- μωρὲ τὰ τσαλαπατημένα

Ἄει μόν’ θέλου ἰγὼ Παναπαδούλα μου μόν’ θέλου ἰγὼ τὰ κόρφχια σου

μόν’ θέλου ἰγὼ τὰ κό- τὰ κόρφχια σου τὰ μο- μωρὲ τὰ μοσχομυρισμενα

τραγούδ’ τῶν Φώτων

3. ΔΕΝ ΕΙΝΙ ΚΡΙΜΑ ΚΙ ΑΔΙΚΟΥ- Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ

Α+Β Ἄειντι δὲν εἶνι κρῖμα κι ἄδικου καημένη (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου δὲν εἶνι κι ἁμαρτία (δὶς)

Α+Β Ἄειντι μᾶς ἔζηψαν τοὺν Κουσταντῆ καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου μὶ τ’ἄγριου τοὺ βουβάλι

Α+Β Ἄειντι νὰ κουβαλήση μάρμαρου καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου κι λιανουστιρναρίτσια (δὶς)

Α+Β Ἄειντι νὰ φτιάσουν Πύργου κι Τζιαμὶ καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου κινούργιου Μαναστήρι (δὶς)

Α+Β Ἄειντι μιὰ τουρκοπούλα χούιαζι καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου ν’ἀπὸ γιαλένιο πύργο (δὶς)

Α+Β Ἄειντι ν’ἀγάλια ‘γάλια Κωσταντῆ καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου μὴ σκάσης τὸ βουβάλι (δὶς)

Α+Β Ἄειντι δὲν κλαῖς Τούρκσαμ’ τὰ νειᾶτα μου καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου δὲν κλαῖς τὴ λεβεντιά μου (δὶς)

Α+Β Ἄειντι μὸν’ κλαῖς τὸν ἄγριοβούβαλου καημένι (δὶς)

ΜΑΖΙ γιέμου κι πάλι γιέμου τὸ ἄγριο τὸ βουβάλι (δὶς).

ἀκριτικὸ τραγούδι πρωτοχρονιᾶς!!!

4. ΙΝΝΙΑ ΟΥΡΓΕΣ ΒΑΘΙΟΣΚΑΦΤΑ

Ἰννιὰ οὐργὲς βαθχιο- βαθχιόσκαφτα

νὰ βγὰ- μωρὲ νὰ βγάλου στερναρίτσια

Ἄει νὰ βγάλω μνιά, Κώστανταμ’, νὰ βγάλου μνιὰ κρυόβρυση

νὰ βγάλου μνιὰ κρυό- κρυόβρυση κρυό- μωρὲ κρυοπαταγωμέν’

Ἄει νἄρχουντι, Κώστανταμ’, νὰ ἔρχουντι οἱ ἔμουρφις

νὰ ἔρχουντι οἱ ἔ- οἱ ἔμουρφις νὰ πλέ- μωρὲ νὰ πλένουν νὰ γιουμίζουν

Ἄει νὰ πλένουν τά, Κώστανταμ’, νὰ πλένουν τὰ πουδάργια τις

νὰ πλένουν τὰ πουδά- πουδάργια τις, τὸν α- μωρὲ τὸν ἄσπρο τις λαιμὸ

Ἄει τὰ χέργια τις, Κώστανταμ’, τὰ χέργια τις τὰ παχουλὰ

τὰ χέργια τις τὰ πα- τὰ παχουλὰ γιομά- μωρὲ γιομάτα μπιλιτζίκια

Ἄει νὰ τἄβαζα, Κώστανταμ’, νὰ τἄβαζα προυσκέφαλου

νὰ τἄβαζα προυσκέ- προυσκέφαλου τρεῖς με- μωρὲ τρεῖς μέρις κι τρεῖς νύχτις

Ἄει τοὺν ὕπνου τις, Κώστανταμ’, τοὺν ὕπνου τις δὲ χόρτινα

τοὺν ὕπνου τις δὲ χό- δὲ χόρτινα τρεῖς μὲ- μωρὲ τρεῖς μέρις κι τρεῖς νύχτις.

τραγούδ’ στὰ Φῶτα

5. ΠΑΜΙ ΝᾺ ΚΑΡΤΕΡΕΣΟΥΜΙ

Α+Β Ἄει πᾶμι μωρὲ πᾶμι, πᾶμι νὰ καρτερέσουμι (δὶς)

ΜΑΖΙ πᾶμι νὰ καρτερέσουμι τὶς Ἀγραφιοτοποῦλις-

τὶς Ἀγραφιοτοποῦλις

Α+Β Ἄει πῶς ρο- μωρὲ πῶς ροβολοῦν ἀπ’ τ’Ἄγραφα

ΜΑΖΙ πῶς ροβολοῦν ἀπ’ τ’Ἄγραφα κι ἔρχοῦντι ἱδρουμένις

κι ἔρχοῦντι ἱδρουμένις

Α+Β Ἄει κιἀλλὲ- μωρὲ κι ἀλλὲς κι ἄλλὲς πεινοῦν κι ἀλλὲς διψοῦν

ΜΑΖΙ κι ἄλλὲς πεινοῦν κι ἄλλὲς διψοῦν κι ἄλλὲς παντρειὰ γυρεύουν

κι ἄλλὲς παντρειὰ γυρεύουν

Α+Β Ἄει κι μνιὰ μωρὲ κι μνιὰ κι μνιὰ μικρὴ μελαχροινὴ

ΜΑΖΙ κι μνιὰ μικρὴ μελαχροινὴ τὴ μάννα της μαλώνει

τὴ μάννα της μαλώνει

Α+Β Ἄει μαννὰ μωρὲ μαννάμ’, μαννάμ’ για’ δὲ μὶ πάντριψις

ΜΑΖΙ μαννὰ για’ δὲ μὶ πάντριψις κορίτσι στοὺν κιρό μου

κουρίτσι στοὺν κιρό μου

Α+Β Ἄει βλεπὼ μωρὲ βλεπὼ, βλέπὼ τὶς συνομίλικης

ΜΑΖΙ βλεπὼ τὶς συνομίληκης π’τρανέψαμι ἀντάμα

π’τρανέψαμι ἀντάμα

Α+Β Ἄει ποὐχοὺν μωρὲ ποὐχοὺν πιδγιὰ στὸ δάσκαλο

ΜΑΖΙ ποὐχοὺν πιδγιὰ στοὺ δάσκαλου κουρίτσια στοὺ σιργιάνι

κουρίτσια στοὺ σιργιάνι

6. ΠΟΛΙΜΟΥΣ-ΑΝΤΑΡΣΙΑ

Ἄει ν’ἐβγὰ μάννάμ’ ‘νἐβγὰ

‘νἐβγὰ μάννάμ’ κι χούιαξι (δὶς)

στοὺ πέρα παραθύρι (δὶς)

 

Ἄει κι ὅσὰ μάννάμ’ κι ὅσὰ

κι ὅσὰ πιδγιὰ ‘νἀνύπαντρα (δὶς)

κι ὅσὰ ῤαβωνιασμένα   (δὶς)

 

Ἄει φετὸς μάνναμ’ φετὸς

φετὸς νὰ μὴν τὶς πάρετε (δὶς)

νὰ μὴν τὶς παντρευτῆτε (δὶς)

 

Ἄει φετὸς μαννάμ’ φέτος

φετὸς θὰ γένη πόλεμος (δὶς)

θὰ γένη ἀνταρσία (δὶς)

 

Ἄει θὰ κλά- μαννάμ’ θὰ κλά-

θὰ κλάψουν μάννις γιὰ πιδγιὰ (δὶς)

γυναῖκις γιὰ τοὺς ἄντρις (δὶς)

 

Ἄει θὰ κλά- μάννάμ’ θὰ κλά-

θὰ κλάψ’ κι μνιὰ κακόμοιρα

τὸ γιό τὸ μοναχό της (δὶς)

 

Ἄει θὰ κλά- μάννάμ’ θὰ κλά

θὰ κλάψ’ κι μία νιόπαντρη (δὶς)

τρεῖς μέρις παντρεμένη. (δὶς)

τραγούδ’ κλέφτικου

7. ΤΡΕΜ’ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Τρέ- μωρὲ τρέμ’ ὁ οὐρανὸς νὰ πέση

ὤϊ τρέμ’ ὁ οὐρανὸς νὰ πέση

τοὺ φιγγάρ’ νὰ βασιλέψη

τὸ μωρὲ τὸ φιγγάρ’ νὰ βασιλέψη

ὤϊ τοὺ φιγγάρ’ νὰ βασιλέψη

κι ἡ ἀγάπη μου δγιαβαίνει

μὶ τρία γυαλιὰ στοὺ χέρι

ὤϊ μὶ τρία γυαλιὰ στοὺ χέρι

τὄνα μέλι τἄλλου γάλα

τὸ- μωρὲ τὄνα μέλι τἄλλο γάλα

ὤϊ τόνα μέλι τἄλλο γάλα

τἄλλο ἦταν κρυοβρύση

τἄ- μωρὲ τἄλλο ἦταν κρυοβρύση

πάει κι ἡ κόρη νὰ γιομίση

πάει μωρὲ πάει κι ἡ κόρη νὰ γιομίση

ὤϊ πάει κι ἡ κόρη νὰ γιομίση

ἔλαμψι κι αὐτὴ κι ἡ βρύση

ὤϊ ἔλαμψι κι αὐτὴ κι ἡ βρύση

μαρμαρένιο κυπαρίσσι.

τραγούδ’ ραγκατζιάργια κι ἀπουκρὲς

8. ΣΤΗΣ ΒΕΡΓΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΖΑΡΙ

Τοὺ μάθατι τὶ ἔ- τὶ ἔγινι στῆς

Βέ- μωρὲ στῆς Βέργοιας τοὺ παζάρι.

Ἄει τρία ἀδέρφχια -Γιάνν’ ἁρματουλέ, τρι’ ἀδιλφάκια κρέμασαν

τρί’ ἀδιλφάκια κρέ- βρὲ κρέμασαν}

στὴ με- μωρὲ στὴ μέσ’ ἀπ’ τοὺ παζάρι} δὶς

Ἄει τὄνὰ κριμοῦν γιὰ φίλημα

Τὄνα κριμοῦν γιὰ φί- γιὰ φίλημα}

Τἄλλό μωρὲ τἄλλό γιὰ μαῦρα μάτχια} δὶς

Ἄει τοὺ τρίτου το -Γιάνν’ ἁρματουλέ, τοὺ τρίτου τοὺ μικρότιρου

τοὺ τρίτου τοὺ μικρότιρου}

γιὰ χα- μωρὲ γιὰ χαραμῆ γιὰ κλέφτη} δὶς

Ἄει πέ μας ἰσὺ -Γιάνν’ ἁρματουλέ, γιὰ πέ μας ἰσὺ βρὲ χαραμῆ

πέ μας ἰσὺ βρὲ χα- βρὲ χαραμῆ

πέ μας μωρὲ πέ μας ἰσὺ βρὲ κλέφτη} δὶς

Ἄει πόσὶς γυναῖ- Γιάνν’ ἁρματουλέ, ποσὲς γυναῖκες φίλησες

πόσες γυναῖκες φί- βρὲ φίλησες

κι πό- βρὲ κι πόσις παντριμένες} δὶς

   -χίλιες γυναῖκες φί- βρὲ φίλησα

   -κι χί- μωρὲ κι χίλις παντριμένις

 

Ἄει κι παπαδγιὲς -Γιάνν’ ἁρματουλέ, κι παπαδγιὲς κι καλουγρὲς

κι παπαδγιὲς κι κα- κι καλουγρὲς

λουγα- μωρὲ λουγαργιαζμὸ δὲν ἔχουν} δὶς

(Γιάνν’ ἁρματουλέ, ἢ γειάσ’ ἀγάπη μου)

τραγούδ’ Φώτων ἢ ἀγάπης

9. ΙΝΝΙΑ ΧΙΛΙΑΔΙΣ ΠΡΟΒΑΤΑ

Ἄει ‘νἰννιὰ χιλιάδις πρόβατά

       Γιάννινά μωρὲ Γιαννά- Γιαννάκινα

‘νἰννιὰ-‘νἰννιὰ χιλιάδις γίδγια

       γιαλέ- γιαλένιο μου ζουνάρι

 

Ἄει ‘νἰννιὰ νουμᾶτοι τὰ βουσκοῦν- Γιάννινά….

ἰννιὰ-ἰννιὰ τζιουμπαναραῖοι- γιαλέ-….

Ἄει πέντι πααίνουν γιὰ ψουμί -Γιάννινά…..

κι τρεῖς κι τρεῖς γιὰ τὴν ἀγάπη – γιαλέ……

Ἄει κι ἀφήν’ τοὺν Γιάννη μαναχὸ - Γιάννινά…

στὴ μέ- στὴ μέσ’ ἀπ’ τὸ κοπάδι – γιαλέ…….

Ἄει κάτσουν κι τοὺν οὑρμήνιψαν – Γιάννινά

κἀτσουν κιοὑρμηνεύουν- γιαλέ…..

Ἄει καλὰ Γιάννημ’ τὰ πρόβατα -Γιάννινά….

καλὰ Γιάννημ’ τὰ γίδγια-γιαλέ….

Ἄει νὰ μὴν τὰ πᾶς κα’ τὸ γιαλὸ -Γιάννινά…..

κα’ τὰ θαλασσοτόπχια- γιαλέ…..

Ὢχ κι ὁ Γιάννης δὲν τοὺς ἄκουσε – Γιάννινά….

κι ἀφῆ- κι ἀφῆσε τὸ κοπάδι- γιαλέ….

Ἄχ θὰ φᾶν ἀλησμοχόρταρο- Γιάννινά….

θὰ λη- θὰ λησμουνήσν’ τ’ἀρνιά τους- γιαλέ….

Ἂχ τοῦ λείπουν πέντι πρόβατα- Γιάννινά…

πέντι πέντι παχιὰ κριάργια- γιαλέ….

Ἄει τοῦ λείπ’ κι ἡ στριφουκάλισσα -Γιάννινά….

μὶ τ’ἀ- μὶ τ’ἀργυρὸ κουδούνι – γιαλέ….

τραγούδ’ Φώτων

10. ΑΝΔΡΕΑΜ’ ΚΑΠΙΤΑΝΙΟΥ

Νὰ … ‘ταν ἡ Μάης φθι… νό…ιοπορους

‘νἈνδρέαμ’ μωρε ‘νἈ…νδρέ..αμ Να.. τα (δὶς)

οὐ. κιὁ θε… ριστὴς χει.. μώ..νας

νἈνδρέαμ καπε…τὰ… ἀνιο κι ὁ θερ+ (δῖς)

 

Νὰ.. πέ..νέ..σουν χιόνια στὰ ναϊ βουνὰ

‘νἈδρέ… αμ’ μωρὲ ν’Ἀ.. νδρέ .. αμ Νὰ .. πέ.. (δὶς)

οὐ..ρε και κρού.. σταλλα στοὺ..ς κά..μπους

‘νἈ..νδρέ..αμ’ καπε..τά..άνιο καὶ.. κρού.. (δὶς)

 

Νὰ.. κρου..νου σταλλιάσ’ ἡ… θα.. να λάσσα

‘νἈ..νδρέ..αμ’ μωρὲ νἈ..νδρέ..εαμ’ Νὰ κρού.. (δὶς)

οὐρὲ μὴ πλέ.. ξουν τὰ κα..ρα..α..βια

‘νἈ..νδρέ..αμ καπε..τἀ..νιο μὴ πλέ… (δὶς)

 

Νὰ.. μὴ.. περάσ’ η.. κλε..νε..φτουργιὰ

‘νἈ..νδρέ..αμ’μωρὲ νἈ.. βδρέ..έαμ’ Νὰ… μὴ… (δὶς)

οὐ..ρὲ τοὺς νέ..ους νὰ μὴ πάρη

‘νἈ.. νδρέ..αμ’ καπετά…άνιο τοὺς νέ… (δὶς)

 

Ἀ...νδρέ..νε ας πό..θεν πέ..νε ρά.. σε

‘νἈ.. νδρέ..αμ’ μωρὲ ‘νἈ..νδρέ.. έαμ’ Ἀ…νδρέ.. (δὶς)

οὐ..ρὲ με..σα σ’ ἕνα κα..ράβι

‘νἈ…νδρέ..αμ’ καπετά…άνιο με..σα… (δὶς)

 

Νὰ πάρ..νὰ πιδιὰ π’τὸ… δά.. να.. σκαλο

‘νἈ..ανδρέ..αμ’ μωρὲ ‘νἈ..νδρέαμ’ Νὰ πάρ’ (δὶς)

οὐ.ρὲ κου ρί.. τσια π’ο σε..ργια..άνι

‘νἈ..νδρέ..αμ’ καπετά..άνιο κου..ρί..τσια (δὶς)

τραγούδ’ κλέφτκου

11. ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΕΛΟΥΔΑΣ

Α. Οἱ κλέ..νε..φτες νε μπαρμπε-ρι-νι-ζονταν

     Βε.. λούδαμ’ μωρὲ Βε-λούδαμ’

Β. Οἱ κλέ-νε-φτες νε- μπαρμπε- ρί-νι-ζονταν

   Βε—λούδαμ’ μωρὲ Βε-λού

Α. Ὠ ρὲ κι στὰ γυαλιὰ τη-ριοῦ--νταν

     Βε—λού-δαμ’ καπε-τά—νιο

Β. Κι στὰ γυαλιὰ τη—ριοῦ--νταν

     Βε—λού--δαμ’ κα—πε—τά

 

Α. Βελούδαμ’ νε φύ-λα-ξε-νε καλὰ

     Βε-λούδαμ’ μωρὲ Βε-λούδαμ’

Β. Βελούδαμ’ νε φύ-λα-ξε νε καλὰ

     Βε-λούδαμ’ μωρὲ Βε-λοὺ

Α. Μωρὲ μᾶς ἔχουν προδο-με-νους

       Βε—λούδαμ’ καπε-τά-νιο

Β.   Μᾶς ἔχουν προδο—με-νους

       Βε—λού—δαμ’ κα-πε-τά

 

Α.   Κι ἐ--γὼ--νο θὰ βγῶ κατὰ--να μα-ντριὰ

       Βε-λούμ’ μωρὲ Βε—λούδαμ’

Β. Κι ἐ-- γὼ--νο θὰ βγῶ κατὰ--νὰ--μα—ντριὰ

     Βε—λού-δαμ’ κα-πε-τα

Α. Ωρὲ ψηλὰ στὰ βλαχο-μά-ντρια

     Βε-- λού-δαμ’ καπε-τά-νιο

Β.  Ψηλὰ στὰ βλαχο—μά—ντρια

       Βε—λού-δαμ’ καπε-τὰ

Α. Γιὰ νὰ--ια σφυ-ρί-ξω κλέ—νε—φτι—κα

     Βε-λούδαμ’ μωρὲ Βε—λούδαμ’

Β. Γιὰ νὰ--ια σφυ-ρὶ-ξω κλέ-νε—φτι—κα

     Βε—λού-δαμ’ μωρὲ Βε-λούδαμ’

 

Α. Ω ρὲ νὰ μα-ζευτοῦν οἱ κλέ—φτες

     Βε—λού-δαμ’ καπε-τὰ νιο

Β.   Νὰ μα-ζευτοῦν οϊ κλέ—φτες

       Βε—λού-δαμ’ καπε—τά--νιο….

      

12. ΑΝΤΩΝΗΜ’ ΚΑΤΣΙΑΝΤΩΝΗΜ’

Βγῆκε ‘νἈντώνημ’ στ’ Ἄγραφα

Ουρὲ νὰ μάση παλληκἀργια

Κάτσε ‘νἈντώνημ’ ψυχουγιὲ

Οὐρὲ Κάτσε νὰ φλάξ’ τοὺς σκλάβους

Κι ἐγὼ θὰ βγῶ κα’ τὰ μαντριὰ

Οὐρὲ Ψηλὰ στὰ βλαχουμάντρια

Γιὰ νὰ σφυρίξου κλέφτικα

Οὐρὲ νὰ μαζιφτοῦν οἱ κλέφτις

Οἱ κλέφτις μαζευτήκανε

Οὐρὲ κι γίνανε μπουλούκια

Καθόταν καὶ τὰ διάταζε

σὰ μάννα σὰ πατέρας

Μελωδία πρώτου στίχου

Βγῆκε-ενε-‘νἈμτώνημ’ στ’ Ἀ-να-γράφα

‘νἈ--ντώ—νημ’ μωρὰ Ἀ-ντώ-ω-νημ’

Οὐρὲ νὰ μάση παλλη—κα-ρια

‘νἈ-ντω—νημ’ Κατσαντώ—ω—νημ’

13. ΟΙ ΚΛΕΦΤΙΣ ΜΠΑΡΜΠΙΡΙΖΟΥΝΤΑΝ

Οἱ.. κλέ..ενε..εφτες μπαρμπι..ρὶ--νι- ζονταν

Θα.. ανάση μωρε Θα…νάσημοϊ (δὶς)

Οὐρε κι στοὺ.. γυαλὶ τη..ριο…ουνταν

Θα..ανά.. σημ’ καπε..τά..νιο (δὶς)

 

Ἄ.. σπρα..ανα ακε..φάλια που..ουνουχουμι

Θα..ανάση μωρὲ Θα..νὰ..σημ’

Οὐρὲ ἄ..σπρα…γραμματι..σμέ ένα

Θα..να..σημ’ καπε..τά..νιο

 

Δὲν πρέ..ενεπουν γιὰ τὶς φυ—νι—λακὲς

Θα..ανάσημ’ μωρε Θα..ανάσημ’ (δὶς)

Οὐρὲ δὲν πρέ..πουν γιὰ τὶς μπρά…αγκες

Θα..νάσημ’ καπε..τά…νιο

 

Μόν’ πρέ..ενέπουν γιὰ ψη..λὰ ανα βου..ου..νὰ

Θαν..ανάσημ’ μωρὲ Θα..νάσημ’ (δὶς)

Οὐρὲ κι γιὰ.. ψηλὲς ρα..χου..λις

Θα..νά..σημ’ καπε..τά..νιο (δὶς)

 

Νὰ… λὰ.. ιαμπουν τὰ σπά..θα…ἀνα θιά.. τους

Θα..ανάσημ’ μωρὲ Θα..ανὰσημ’ (δὶς)

Οὐρὲ κὶ τὰ λαμπρὰ Θα..να..ση νο=του..φέ… έκια

Θα..νά σημ’ καπι..τά..νιο.

τραγούδ’ κλέφτκου

14. ΓΙΩΡΓΗΜ’

Ἄει Γιωργὴ-μωρὲ Γιωργὴ- Γιωργήμ’ ἦρθεν ἡ ἄνοιξι

Γιωρ΄γημ’ ἦρθὲν ἡ ἄνοιξι (ἦρθε τὸ καλοκαίρι) δὶς

 

Ἄει Γιωργὴ μωρὲ Γιωργὴ- Γιωργήμ’ ἦρθαν οἱ φίλοι σου

Γιωργήμ’ ἦρθὰν ο φίλοί σου (φίλοί σου καὶ μπρατίμοι) δὶς

 

Ἄει Γιωργή μωρὲ Γιωργὴ Γιωργήμ’ γυρεύουν τ’ἅρματὰ

Γιωργήμ’ γυρεύουν τ’ἅρματασ’ (τὰ δόλια σου τσαπράζια) δὶς

 

Ἄει σὰν τὰ μωρὲ σὰν τὰ σὰν τὰ υρεύουν δῶστε τα

Σὰν τὰ γυρεύουν δῶστε τα (τὰ ἔρμα τὶ τὰ θέλου) δὶς

 

Ἄει Γιωργὴ μωρὲ Γιωργὴ Γιωργήμ’ γυρεύουν τ’ὅπλο σου τὸ φλωροκαπνισμένο

Γιωργἠμ’ γυρεύουν τ’ὅπλο σου (τὸ δόλιο σου ντουφέκι) δὶς

 

Ἄει σὰν τὸ μωρὲ σὰν τὸ σὰν τὸ γυρεύουν δῶστε το

Σὰν τὸ γυρεύουν δῶστε το (τὸ ἔρμο τὶ τὸ θέλου) δὶς

 

Ἄει Γιωργὴ μωρὲ Γιωργὴ Γιωργήμ’ γυρεύουν τὸ σπαθίσ’

Γιωργήμ’ γυρεύουν τοὺ σπαθίσ’ (τοὺ ἔρμου μαλιχαίρι) δὶς

 

Ἄει σὰν μωρὲ σὰν τὸ σὰν τὸ γυρεύουν δῶστε το

Σὰν τὸ γυρεύουν δῶστε το (τοὺ ἔρμου τὶ τοὺ θέλου) δὶς

 

Ἄει Γιωργὴ μωρὲ Γιωργὴ Γιωργήμ’ γυρεύουν τ’Γιώργηνα

Γιωργήμ’ γυρεύουν τ’Γιώργηνα (τὴ δόλια σου γυναῖκα) δὶς

 

Ἄει ‘νὅσο μωρὲ ‘νὅσο ‘νὅσο ‘ναι ὁΓιῶργος ζωντανὸς

‘νὅσο ‘ναι ὁΓιῶργος ζωντανὸς (τὴ Γιώργηνα δὲν παίρνουν) δὶς

τραγούδ’ προυτουχρουνιᾶς

15. Η ΔΓΥΑΣΜΟΥΣ ΚΙ Η ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

Ἄει ‘νὁ δυό -μωρὲ ‘νὁ δγυὰ- (ὁ δυάσμους κι ἡ βασιλικὸς) δὶς

‘νὁ δγυάσμους κιὁ βασιλικὸς (καὶ τὸ μακεδονήσι) δὶς

Ἄει ‘ναὐτὰ μωρὲ ‘ναὐτὰ ‘ναὐτὰ τὰ τρία λούλουδα

‘ναὐτὰ τὰ τρία λούλουδα (τὰ μουσχουμυρισμένα) δὶς

 

Ἄει ‘ναὐτὰ μάνναμ’ ‘ναὐτὰ ‘ναὐτὰ μ’ἀποκοιμήσανε

Καὶ μοὔφυγε ἡ ἀγάπη (κουντούλα κι γιουμάτη) δὶς

Ἄει σήκω- μάνναμ’ σηκω- σηκώνουμι κι κάθουμι

Σηκώνουμι κι κάθουμι (κι μὶ τοὺ νοῦ μου βάζου) δὶς

Ποῦ νὰ μι πάη ἡ ἀγάπη (κουντούλα κι γιουμάτη) δὶς

Ἄει παίρνου μάνναμ’ παίρνω τὰ ὄρη ψάζουντας

Κι τὰ βουνὰ ρουτοῦντας (τοὺν Θιὸ παρακαλοῦντας) δὶς

Ἄει ‘νἰσεῖς μωρὲ ‘νἰσεῖς βουνὰ κι ἰσεῖς κλαδγιὰ,

‘νἰσεῖς βουνὰ κι ἰσεῖς κλαδγιὰ (κι ἰσεῖς κουντουραχοῦλις) δὶς

Μὴν εἴδατι τνἀγάπη (κουντοῦλα κι γιουμάτη) δὶς

Ἄει ποῦ πάη ποῦ πάη ποὺ πάησα κι τὴν ἔβρισκα

Στοὺν ἀργαλειὸ νὰ ὑφαίνη (τῆς κραίνω δὲν μὶ κραίνει) δὶς

Ἄει πατά- μωρὲ πατά- (πατάει στὰ δγυὸ πατήματα)

κι κριτσινάει τοὺ χτένι (ἡ ἀγάπη τοὺ ὑφαίνει) δὶς

ἡ ἀγάπη τοὺ ὑφαίνει (τῆς κραίνω δὲ μὶ κραίνει) δὶς

Ἄει ‘νἔχει μρὲ ‘νἔχει ‘νἔχ’ἀσημένιο ἀργαλειὸ

Κι κρυσταλλένιου χτένι (ἡἀγάπη τοὺ ὑφαίνει) δὶς

Ἄει κρίνε μωρὲ κρινὲ κρινέμ’ ἀγάπη κρίνεμου

Δγυὸ λόγια τιμημένα νὰ ὠφελοῦν κι σένα δὶς

 

ὑπέρουχου τραγούδ’ ταἀγάπης!!!

σὰν τοὺ Ἄσμα Ἀσμάτων

τς Παλιᾶς Διαθήκης

 

 

16. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙ ΚΙΝΗΣΑ

Ἀπὸ τὴν πόλι κίνησα κι-βρὲ κίνησα

Πιζὸς κι ἁρματουμένους

 

Ἄν κι ξέχασα ζάβαλι

Κι ξέχασα στὰ Γιάννινα

Σὶ μνιὰ μωρὲ σὶ μνιὰ χαρὰ μιγάλη

 

Ἄει παντρεύουνταν ζάβαλι

Παντρεύουνταν μνιὰ χήρα μνιὰ (δὶς)

Χηρὰ μωρὲ χηρὰ μὶ δγυὸ κουράσια

 

Ἄει κι τὰ κουρά- ζάβαλι

κι τὰ κουράσια τ’λέγανι

κι τὰ μωρὲ κι τὰ κουράσια τ’λένι

 

Μάννα μου μὴν παντρέ- παντρεύισι

Μὴν παί- μὴν παίρης παλληκάρι

 

Ἄει τοὺ παλληκά- ζάβαλι

Τοὺ πλληκάρ’ εἶνι κακὸ (δὶς)

Σὶ δε- μωρὲ σὶ δέρνει σὶ μαλώνει

 

Ἄει σὶ λιέει στρω- ζάβαλι

Σὶ λιέει στρῶσι στὸν ὀντᾶ (δὶς)

Στοὺν πέ- μωρὲ στὸν πέρα τοὺν μιγάλου

τραγούδ’ Ραγκατζιάργια

σὰν τοὺ Ἰννιὰ οὐργιές…

17. ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΛΑΜ’

Κάτου στὰ δασιὰ νὰ πλατάνια (δὶς)

Στὴν κρυόβρυση Διαμαντούλαμ’ στὴν κρυόβρυση

Κάθουντὰν δγυὸ πανα-λληκάργια (δὶς)

Κι μνιὰ λυγιρὴ Διαμαντούλαμ’ κι μνιὰ λυγιρὴ

 

Κάθουντὰν κι τρώγαν κι πίναν (δὶς)

Κι τὴν ξέταζαν Διαμαντούλαμ

Διαμαντούλα τὶ’νεἶσι τέτχοια (δὶς)

Τέτχοια μελανὴ Διαμαντούλαμ’ τέτχοια μελανή.

 

Μὴ δὰ ἴσκιους σὲ νε πατάει (δὶς)

Μὴ δὰ φάντασμα Διαμαντούλαμ’ μὴ δὰ φάντασμα

Οὐδὶ ἴσκιους , μὲ νὲ πατάει (δὶς)

Οὐδὶ φάντασμα Διαμαντούλαμ’ οὐδὶ φάντασμα

 

Μὶ πατάει οὐ γιὸς τοὺ Ρήγα (δὶς)

Τοὺ Ρηγόπουλου Διαμαντούλαμ’ τοὺ Ρηγόπουλου

Μὶ πατάει τοὺ παλληκάρι (δὶς)

Τὰ μισάνυχτα Διαμαντοὺλαμ’ τὰ μισάνυχτα.

ragMikrKozTrag 4 

 

*Έρευνα-καταγραφὴ ὑπὸ Ἰωάννου Λ. Μαστρογιαννόπουλου

ἀντιγραφὴ μὲ μικρὲς ἐπεμβάσεις πρὸς τὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τοῦ χωργιοῦ μας ὑπὸ ἀρ.νι.μα.