www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Πάηνάμι κάναν κιρὸ στοὺ Μόκρου! (του π. Νικηφόρου) Εκτύπωση
Δευτέρα, 18 Μάρτιος 2019 23:43

nikif27.12 4135«Πῶς τὰ θυμοῦμι, ἀ ρὰ πιδίμ’, ὅλαὐτάϊας ἀφόντας ἦμαν μκρὸ κουρτσούλ’. Εἴχαμι παντριμένις στοὺ χουργιό μας γναῖκις Μουκριότσις. Αὐτὲς ἦταν ἡ Δέσπου τ’Παρδάλ’ 1900, ἀποὺ ἦταν μὶ τοὺν Σταθαντών’ 1899, (αὐτοὶ εἶχαν τ’Λίνα 1929 παντριμέν’ μὶ τοὺν Ἀντών’ τ’Κουτούλα κι ν’Τασιοῦλα 1930 μὶ τοὺν Λιφτέρ’ τ’Στάθ’).

Ἀ κὶ ἡ Τσακνουϊάννινα-Βάϊα (1880; ἔτσ’ λιέει ἡ Κατάλουγους, ὅμους ἦταν μκρότιρ’ γιατὶ ἡ Τσακνουϊάντς ἀπ’ πῆγι σν Ἀμιρικὴ ἦταν τοὺ 1887) τ’Α.Δισερῆ, εἶχαν τοὺν Ἀντρέα 1932, ‘μΠανάϊου, ‘νΚατίνα παντριμένις σιαπέρα κα’ τοὺ Παλιουχώρ’ κι τ’Λιφτηρία μὶ τοὺν Κώστα τ’Ἀλιξουτζιμουζιώγα.

Ἡ πατέραζμ’ πάλι εἶχι ἀμψίδγια στοὺ Μόκρου ἀποὺ τς δγυὸ τς ἀδιρφέςτ’, ‘μΠανάϊου, ἀπ’ εἶχι τς Ντισιρίδις Ἀντών’, Βαγγέλ’ (τοὺν ἴλιγαν κι Μπαλαμό, πχοιὸς ξέρ’ γιατί;), Γιάνν’ κι Θυμία. Ἡ ἀδιρφήτ’ ἡ Μαρία εἶχι Βασίλ’, Κώτσιου, Βαγγιλή, Γιάνν’ κι Σουφία. Ἡ Σουφία κα’ τοὺ 1960 ἔρχουνταν κι ἔφκιανι ἀποὺ καμνιὰ παράκλησ’ στοὺν θκόμας τοὺν Τρανὸ κι ρουτοῦσι, ἀφέντ’ νὰ μνημουνέψουμι κι τοὺ σμιθιρό; Κι ἀποὺ δίπλα μνιὰ ἄλλ’ ‘νἴλιγι, ἄστου μὰ τοὺ γιαστραμένου. Ἰμᾶς μᾶς ἄρζι ἡ λέξ’ γιαστραμένου κι ‘νξαναἴλιγάμι.

Ἡ πατέραζμ’ ἴλιγι, ὅτ’ οὑμνοιάζου σὶ ὅλα μὶ ‘νἀμψιάτ’ τ’ Βαγγιλή. Ἡ Σουφία ἦταν παντριμέν’ μὶ τοὺν Λία. Αὐτὸς πλοῦσι εἰκόνις κι χαϊμαλιά. Μνιὰ γναῖκα ὅμους τοὺν εἶπι. Ἀ ρὰ Λία, δὲν μ’ἔδουσις τοὺν ἉηΓιώρ’ μὶ ἄσπρου ἄλουγου, ἀλλὰ μὶ κόκκιανου. Κι αὐτὸς ‘νεἶπι. Δὲν τὄμαθις μά; Ψόφσι τἄσπρου τἄλουγου τ’ἁηΓιώρ’ κι τώρα πῆρι κόκκιανου. Ἰὰ νὰ δῆς παθαίν’ κι οἱ ἁγίοι. Πχοιὸς τάχα νὰ ξέρ’ τώρα πχοιοὶ ἀπ’ ὅλ’ αὐτοὶ νὰ ζοῦν;

Ἔτσιας σουϊάζουμάσταν μὶ τς Μουκριώτ’ κι πάηνάμι κάθι χρόνου σνἁγιἉνάληψ’ στοὺ Μόκρου. Αὐτόϊα ἦταν ἕνα ξουκκλήσ’ κα’ τοὺ Λουτρὸ μιριά. Ἀποὺ τοὺν θκόμας τοὺν ἁϊΛιᾶ ἀντίκρυτα σν ἄλλ’ τ’ράχ’ φαίνιτι ἡ Μουκριώτκους. Τὰ κουρίτσια ἄλειβαν τοὺ ξουκκλήσ’ κι τοὺ παλάμζαν μὶ κουκκινόχουμα καταῆς. Ἰμεῖς κινούσαμι ἀπ’ τ’βαθιὰ τ’χαραὴ μὶ γουμάργια κι μπλάργια ὅσ’ εἶχαν, ἢ κι μὶ τὰ πουδάργια, κι ὅταν ἔφτανάμι ἴσια-ἴσια π’τοὖχαν ἀλείψ’. Γιατιαὐτὸ μάζιβαν φτέρις ἀποὺ ἰκεῖ λουύρ’ κι ἔστρουναν καταῆς, γιὰ νὰ μὴν πατοῦμι στ’ γλίστρα ἀπ’ τοὺ φρέσκου τ’ἄλειμμα. Ἰμεῖς πάηνάμι κατιφθείαν στοὺ ξουκκλήσ’ γιὰ τ’λειτουργία. Ὕστιρα τὰ κουρίτσια χόριβαν ὄξου στοὺ νουβρό. Ἰκεῖ εἶχι κι κάτ’ τρανὰ δέντρα δρέϊνα-βιλανιδγιές! Κι ἅμα τὰ ἐσουνάμι ὅλα, ὕστιρα πάηνάμι κι στς θκοί μας, στὰ σόϊα μας.

Ἄει Θιὸς σχουρὲς στς ὅλ’

παπαδγιὰ Ἀφρουδίτ’

κι γράψιμου ἀρνιμα

διφτέρα 18.3.2019

nikiforos 2

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack