papadimitriou apost 3Η δεύτερη άλωση της Κωνσταντινούπολης (29.5.1453) υπήρξε θλιβερή για τον ελληνισμό ημέρα, αφού σήμανε την κατάλυση της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, η οποία στην εκκίνησή της αποτέλεσε το ανατολικό Imperium Romanum και μετασχηματίστηκε σταδιακά σε Ρωμανία.

Βέβαια σπαράγματα εκείνης δεν είχαν ακόμη υποταγεί, όμως, καθώς ή καρδιά της είχε πάψει να πάλλεται, διαγνώστηκε και το τέλος της. Οι Τούρκοι κατακτητές της πανηγυρίζουν, κατ’ έτος, την επέτειο με λαμπρότατες και φαντασμαγορικές εκδηλώσεις. Ήταν σημαντικό το επίτευγμα των προγόνων τους. Και οι Γερμανοφράγκοι, προηγουμένως, είχαν επιτύχει, με τη βοήθεια των Βενετών και την προδοσία δικών μας, να την εκπορθήσουν. Δεν κατάφεραν όμως να τη διατηρήσουν και την εγκατέλειψαν, μετά από μισό αιώνα, αφού τη λεηλάτησαν κατά τρόπο που χαρακτηρίζει βαρβάρους.

                Υποτίθεται ότι η επέτειος μας δίνει αφορμή να εγκύψουμε και εμείς στα συμβάντα, να μελαγχολήσουμε για λίγο (το να θρηνήσουμε θα ήταν υπερβολικό), να διδαχθούμε μελετώντας τα ιστορικά συμβάντα. Υπάρχει όμως η ένσταση! Παρήλθε μισή και πλέον χιλιετία, κοινωνικές αναστατώσεις και ανατροπές έχουν συμβεί, η διεθνής κοινωνία πορεύεται με ξέφρενους ρυθμούς προς το μέλλον, εμείς θα καθυστερούμε ασχολούμενοι με το παρελθόν μας; Ορθώνεται μάλιστα η ένσταση: Το παρελθόν μας; Ποιο παρελθόν μας; Οι βυζαντινοί δεν ήταν Έλληνες. Το δηλώνει ο αυτοπροσδιορισμός τους Ρωμαίοι Ρωμηοί! Σημαιοφόρος της άποψης αυτής υπήρξε ο Κοραής, τον οποίο υπολήπτονται στο έπακρο, όσοι συμφωνούν μαζί του έχοντας υποταχθεί, λόγω ιδιοτέλειας ή συμπλεγμάτων κατωτερότητας, στις δυτικές ιδεοληψίες. Αποδέχονται αυτοί ότι ο νέος ελληνισμός διαμορφώθηκε, μετά την παλιγγενεσία από τη μακρόχρονη κατάκτηση, χάρη στο διαφωτιστικό έργο των «ευεργετών» μας, που μας απελευθέρωσαν! Έτσι ακόμη και σήμερα επιχειρείται η υπέρβαση της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, ως ξένης προς τον νέο ελληνισμό, και η σύνδεσή του με τον ομφάλιο λώρο του αρχαίου ελληνισμού της ύστατης αρχαιότητας, πριν δηλαδή την κατάκτησή μας από τους Ρωμαίους! Μάλιστα ο Κοραής, είδωλο των οπαδών του, διέπραξε και άλλη ιστορική ασέβεια. Υποστήριξε σε γραπτά του ότι οι Έλληνες υπήρξαν υπόδουλοι από την εποχή της κατάκτησής τους από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα. Υιοθέτησε, στην ξενοδουλεία του, την άποψη της γερμανικής σχολής ιστορίας ότι οι Μακεδόνες δεν ήσαν ελληνικό φύλο! Ήταν επόμενο να χαρακτηρίσει κατακτητές και τους Ρωμηούς, τους βυζαντινούς δηλαδή, όπως τους αποκάλεσαν οι Φραγκογερμανοί, οι θαυμαζόμενοι από τον Κοραή στο έπακρο. Απεχθανόταν αυτός τον όρο Ρωμηός, με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονταν οι πρόγονοί μας και κατά την τουρκοκρατία. Δεν ήθελε όμως ούτε τον όρο Έλλην για τον αυτοπροσδιορισμό των πολιτών του νέου κράτους. Προτιμούσε τον όρο Γραικός, που είχε επικρατήσει στη δυτική Ευρώπη. Κι αυτός βέβαια ελληνικός είναι, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης.

                Ο Κοραής ίσως να μη γνώριζε ότι οι βυζαντινοί, όπως τους αποκαλούν ακόμη και δικοί μας με ακραία, ορισμένοι, την περιφρόνηση, είχαν σαφή την ελληνική συνείδηση. Πλέον σημαντική πηγή αποτελεί η αλληλογραφία, περί το 1230, μεταξύ του αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Βατάτζη, αγίου της Εκκλησίας μας, και του Πάπα της Ρώμης. Αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν οι εμπαθείς εχθροί της Ρωμηοσύνης. Και είναι Ρωμηοσύνη ο κόσμος που διαμορφώθηκε στα πλαίσια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι πολίτες της οποίας αναγνώριζαν τον αυτοκράτορα και είχαν ασπασθεί την ορθόδοξη πίστη. Γι’ αυτό Ρωμηοί ήσαν και οι ορθόδοξοι Σλάβοι της αυτοκρατορίας όχι όμως και οι μονοφυσίτες Αρμένιοι. Γίνεται εύκολα κατανοητή η μέχρι λύσσας, σε περιπτώσεις, εμπάθεια κατά της Ρωμανίας. Ενοχλεί, ενοχλεί αφάνταστα η θεμελίωσή της στην πίστη του Χριστού, την οποία οι πρόγονοί μας υιοθέτησαν αβίαστα και δεν τους την επέβαλαν οι βυζαντινοί «κατακτητές»! Ως διεθνής η ελληνική γλώσσα υπήρξε σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα αυτή της εκπαίδευσης στις χώρες περί την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Στην ελληνική γράφηκαν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Από την αρχή η Εκκλησία υιοθέτησε την ελληνική γλώσσα στη λατρεία στον ελληνόφωνο κόσμο. Μοναχοί αντέγραφαν επί αιώνες κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Στις αρχές του 7ου αιώνα, όταν είχε η αυτοκρατορία συρρικνωθεί, μετά τις αραβικές κατακτήσεις, η ελληνική κατέστη η επίσημη γλώσσα της διοίκησης και του στρατού. Δεν υπάρχει άλλος λαός, του οποίου οι ηγέτες και η διανόηση να απαξιώνουν την ιστορία των προγόνων του, ωσάν να υπήρξε ιστορία ντροπής, συντασσόμενοι ιδεολογικά και όχι ιστορικά με τους προαιώνιους εχθρούς του ελληνισμού. Δεν αγνοούν βέβαια ότι τον τίτλο της αυτοκρατορίας, που αυτή κληρονόμησε με τη μεταφορά της πρωτεύουσάς της από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, διεκδίκησαν ήδη στις αρχές του 9ου αιώνα οι Γερμανοφράγκοι κατακτητές της δυτικής Ευρώπης με πρώτο τον Καρλομάγνο. Αυτοί όχι μόνο εξανάγκασαν τον Πάπα να τους στέψει αυτοκράτορες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και συνέβαλαν με το αιρετικό δόγμα του filioque στο σχίσμα, που οδήγησε στην αίρεση και στη διάσπαση της Εκκλησίας. Αυτοί επέτυχαν την εξασθένησή της με την κατάκτηση όχι μόνο της Κωνσταντινούπολης αλλά και μεγάλου μέρους της επικράτειάς μας στη Βαλκανική, τα οποία λεηλάτησαν και έφεραν την θανάσιμη ασθένεια της φεουδαρχίας και σε μας.

                Τελικά όμως η χιλιόχρονη αυτοκρατορία δεν έπεσε ούτε από τα αλλεπάλληλα στίφη των βαρβάρων της Ανατολής ούτε από τα πισώπλατα μαχαιρώματα της Δύσης. Έπεσε από τη σήψη εκ της διαφθοράς αρχόντων και λαού. Ήδη από τον 11ο αιώνα είχαν εμφανισθεί κάποιοι διανοούμενοι, οι οποίοι είχαν πάψει να αποδίδουν σεβασμό στην Εκκλησία του Χριστού. Η ευθύνη δεν βαρύνει αποκλειστικά αυτούς αλλά και πρόσωπα τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας, τα οποία δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων εν όψει των κινδύνων που διέτρεχε η αυτοκρατορία. Ευθύς μετά τον Βασίλειο Β΄ (αρχές 11ου αιώνα) σειρά αναξίων αυτοκρατόρων κατασπατάλησαν τον δημόσιο πλούτο και αδιαφόρησαν για την άμυνα, στηριζόμενοι σε μισθοφορικά στρατεύματα. Από την αδράνεια της κεντρικής εξουσία επωφελήθηκαν γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας, ώστε να καταστούν φεουδάρχες μετατρέποντας τους ελεύθερους πολίτες σε δουλοπάροικους. Σ’ αυτό οφείλεται η ταχύτατη προέλαση των Τούρκων. Το έπος των Ακριτών δεν επαναλήφθηκε. Η αδυναμία εκείνη έδωσε την ευκαιρία σε Βούλγαρους, Σέρβους και Αλβανούς ηγεμόνες να γίνουν κύριοι εκτάσεων της σύγχρονης βόρειας Ελλάδος, ενώ δεν κατέστη δυνατόν να εκδιωχθούν οι Φράγκοι από περιοχές της νότιας. ¨Όσο για τα νησιά τα είχαν κατακτήσει Βενετοί και Γενουάτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί πλήθος εμπορικών προνομίων, με συνέπεια να συρρικνωθούν τρομερά οι πόροι του δημοσίου ταμείου. Το μεγαλύτερο όμως κακό προκάλεσε η ηθική σήψη. Με μελανά χρώματα την παρουσιάζει (περί το 1430) ο Ιωσήφ Βρυέννιος, λόγιος ιερομόναχος. Απληστία, διαφθορά και κακοδιοίκηση αξιωματούχων, δικαστών και οικονομικά ισχυρών. Τρυφηλή ζωή όχι μόνο των νέων, αλλά και των γέρων. Απομάκρυνση από τον Θεό κληρικών και μοναχών. Και τότε ως μόνη λύση για την επιβίωση της αυτοκρατορίας (ποιάς αυτοκρατορίας;) θεωρήθηκε η υποταγή στον Πάπα με αντάλλαγμα τη βοήθεια προς απόκρουση των κατακτητών. Η υποταγή συντελέστηκε (1439), με την πίεση του αυτοκράτορα, και επισημοποιήθηκε με συλλειτουργία στον ναό της του Θεού Σοφίας (12.12.1452). Βοήθεια βέβαια δεν ήλθε, καθώς είχε περάσει ο καιρός της παντοδυναμίας του Πάπα. ΟΙ φιλοδυτικοί διανοούμενοι κατέφυγαν στη Δύση και συνετέλεσαν στην «Αναγέννηση» μεταλαμπαδεύοντας τη γνώση, με αδρή αμοιβή, στα τέκνα των «ευγενών»-φεουδαρχών! Οι πλείστοι μεταστράφηκαν στον καθολικισμό ανακαλύπτοντας την πολυπόθητή τους ελευθερία, που τους «στερούσε» η Ορθοδοξία, στην «Ιερή εξέταση», που τότε μεσουρανούσε εκεί! Και εμείς σήμερα θαυμάζουμε τους ριψάσπιδες, επειδή συνετέλεσαν στον «φωτισμό» της Δύσης, φωτισμό, που ποτέ δεν είχε πάψει να προσφέρει η αυτοκρατορία μας, μέσω των σχέσεών της με τη Βενετία! Καταγγέλλονται οι ανθενωτικοί ως φανατικοί και εχθροί της προόδου, τουρκόφιλοι και υπεύθυνοι για την άλωση της Πόλης!

                Γιατί μισήθηκε τόσο πολύ η αυτοκρατορία μας από ξένους αλλά και Έλληνες; Απλή η απάντηση. Σ’ αυτήν η θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας είχε υποκαταστήσει την φιλοσοφική αυθαιρεσία.

                                                                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»