Στοὺν ἔρμου κι στοὺν ἅλιμου κι στοὺν ξάλιμου τόπου (του π. Νικηφόρου) Εκτύπωση
Δευτέρα, 06 Ιούλιος 2020 20:51

nikif27.12 4135 1Ἅμα μπουμπουνοῦσι, ἄστραφτι κι ἔρχνι κιραυνοὶ, οἱ μπάμπις μας στοὺ χουργιό πάηναν κα’ τοὺ καμίν’ κι τοὺν σχουλικὸ τοὺν κήπου τηροῦντας κα’ ‘νΚουζάν, ἔκαμναν τοὺν σταυρό τις κι ἴλιγαν, «στοὺν ἔρμου κι στοὺν ἅλιμου κι στοὺν ξάλιμου τοὺν τόπου».

Ἤθιλναν νὰ ποῦν μὶ αὐτόϊαν τοὺν λόγου, ὅτ’ νὰ πααίν’ ἡ κιραυνὸς κι νὰ πέσ’ σν ἰρημνιά, ἰκεῖ ὅπ’ δὲν ἔχ’ ναὶ ἀνθρῶπ’, ναὶ ζουντανά. Ἅμα κάνας τζιουμπάνους, καθὼς ἔβριχι πάηνι κάτ’ ἀποὺ κάνα δέντρου, γιὰ νὰ γλιτώσ’ τ’βρουχή, κι ἔπιφτι κιραυνὸς μπουροῦσι νὰ τοὺν σκουτώσ’ κι σκουτώθκαν ἔτσ’ τζιουμπαναραὶ ἀποὺ κιραυνοὶ στὰ χουργιά μας. Ἀκόμα κι κουπάδγια, ἰδίους γίδγια, σκουτώθκαν πουλλὰ μαζί.

Πάηνάμι στοὺ χουράφι μας πέρα σν Πάδ’ κι ἀπάν’ στοὺ δρόμου εἴδάμι καμνιὰ ἱξῆντα γίδγια στραπουκαμμένα. Ἦταν νὰ τ’ἀλπᾶσι τὰ καημένα, καμμένα κι τουμπανιασμένα ἀποὺ ἦταν. Σὰ νὰ ἦταν τ’Λαβαντσιώτ’ τὰ γίδγια, ἴλιγαν.

Ρουτῶ τ’ μάνναμ’ σὰν τὶ θέλ’ νὰ πῆ ἡ λέξ’ «ἅλιμους κι ξάλιμους» κι δὲν τν ἤξιρνι καλά. Ἄνξα ὅμους τοὺ λιξικὸ τ’Δημητράκου κι τοὺ βρῆκα. Γράφιτι μὶ δασεῖα γιατὶ ἡ λέξ’ βγαίν’ ἀποὺ τοὺ ἅλας. Εἶνι ἡ τόπους ἡ ἁρμυρουαμμώδης. Εἶνι κι τοὺ φυτὸ ἁλιματιά, κι τοὺ ἁλιμόδινδρου. Αὐτὰ βγαίν’ στς παραλίις, ὅπ’ ἔχ’ ἁρμύρα.

Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ φράσ’ ποὔλιγαν οἱ μπάμπις μας στοὺ χουργιὸ θέλ’ νὰ πῆ, «ἡ κιραυνὸς νὰ πααίν’ κι νὰ πέσ’ σν ἰρημνιὰ κι ὅπ’ ἔχ’ ἁρμυρὴ ἄμμου κι ἔτσιας νὰ γλυτώσν οἱ ἀνθρῶπ’ κι τὰ ζουντανά τς», ὅπ’ δὲν θὰ φκιάσ’ ζημνιά.

Τὶ σουφὸν λόγουν ἀποὺ ἴλιγαν οἱ ἀγράμματις οἱ μπάμπις μας!!!

Ἄει Θιὸς σχουρέστις.

Διφτέρα 6.7.2020 τ’ἁηΣισώη

γιουρτάζ’ κι ἡ π.Σισώης στ’ἁγιουνόρος

παπαδγιὰ Ἀφρουδίτ’

κι ἡ γιός τς ἀρ.νι.μα.

p nikiforos