www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Παράδοση
Υπό κατασκευή

Μικροβαλτινό Γλωσσάρι Εκτύπωση
Πέμπτη, 17 Σεπτέμβριος 2009 19:40

Μικροβαλτινό Γλωσσάρι

gl_psa

Α

.
αβλαγάς (ο): χωράφι δίπλα σε σπίτια χωριού
αγγουνός (ο): εγγονός
αγλήγουρα: γρήγορα
αγριάντζα (η): είδος βελανιδιάς
αγρέκι (το): υπαίθριο προσωρινό μαντρί
αδγειάζου [δεν...] (ρ.): ευκαιρώ
αδγυάσμους (ο): δυόσμος
αδουκιούμι (ρ.): θυμάμαι
αζμπόρστους (ο): αμίλητος
Αϊδήμα (το): Άγιο Βήμα
αϊπανός (ο): από τον πάνω μαχαλά (γειτονιά)
ακατνός (ο): από τον κάτω μαχαλά
ακέργιους (ο): ολόκληρος
αλλάτζαβος: ακατάστατος, απεριποίητος
άλλουις: διαφορετικός, -ή,-ό
αλμπέτι: οπωσδήποτε, ακριβώς
αλούπου (η): αλεπού
αμίγυρους [άει στον..] (ο): αγύριστος
αμπαρμπέρστους (ο): αξύριστος
αμπασκάλη (η): μασχάλη
αμπώχνου ή αμπώζου (ρ.): σπρώχνω
αμπλάζου (ρ.): συναντώ
αμπουδώ (ρ.): εμποδίζω
αμπουλιάζου (ρ.): ενώνω, συμπληρώνω
αμψιός (αμψίδι, αμσιούκας) (ο): ανεψιός
ανάρτου (το): νηστίσιμο
ανιθάρρητα: απότομα, αιφνιδιαστικά, χωρίς προετοιμασία
ανιμουσούρι (το): όγκος χιονιού που σωρεύτηκε από τον αέρα
αντέτι (το): έθιμο, συνήθεια
αντιρριούμι (ρ.): ντρέπομαι
αντρουπή (η): ντροπή
αντώ (ρ.): ντύνω
αξαμώνου (ρ.): αγγίζω, πλησιάζω
αξιάλη (η): βουκέντρα, ανάλογο ύψος ήλιου στον ορίζοντα
απέθαντα (τα): ανθεκτικά, αθάνατα
απιτχαίνου (ρ.): πετυχαίνω
απίπκα: μπρούμυτα
άπκου (το): κακό, άγευστο
απλάς (ο): δίσκος σερβιρίσματος
απόθουρους[πήρε τον...]: πήρε μια γεύση, μια εμπειρία
αραβάνι, αριβάνι (το): γρήγορο περπάτημα ζώου
αραδώ (ρ.): ψάχνω, γυρεύω
αραθμώ (ρ.): επιθυμώ
αράτσι (η): πέρασμα, μονοπάτι, πορεία
αραφάδα (η): χαραμάδα
αρίτσιους (ο): σκαντζόχοιρος
αργασμένου (το): κατεργασμένο, ωριμασμένο
αρίτσιους (ο): σκαντζόχοιρος
αρμάνι (το): πυκνό δάσος
αρμένια (τα): άγριες μαργαρίτες
αρμιά (η): άλμη
αρνάρι (το): λίμα
αρνίθα (η): κότα
αρτιρνώ (ρ.): προσπερνώ, μακραίνω
αρτσιόνουμι (ρ.): θυμώνω
αρχεύου (ρ.): αρχίζω
αρχότη (η): δροσιά
ασκαίνουμι (ρ.): σιχαίνομαι
αστουχώ (αστόισα) (ρ.): ξεχνώ
αστρέχα (η): υδρορροή
αψιόνουμι (ρ.): θυμώνω
άφκους (ο): αρακάς
αφκριούμι (ρ.): ακούω με προσοχή, κρυφακούω
αφόντς: από τότε
.
.
Β
.
βαγμούρα (η): έντονος θόρυβος
βαλάνι (το): βελανίδι
βαΐζει (ρ.): γέρνει από φορτίο
βαμπούλες (οι): ποπ-κόρν
βαρβάγκα (η): φυσαρμόνικα
βαριά (κίντσι βαριά): έγκυος
βατσινιές (οι): αγκαθωτοί θάμνοι
βγιλί (το): βιολί
βζώ (ρ.): σβήνω
βίζιτα (η): επίσκεψη σε ονομαστική γιορτή
βίλα (η): πιρούνι
βιριάνκους (ο): τιποτένιος, αχρείος
βιρβιρίζου (ρ.): σπαρταρώ από τον πόνο
βιρβιρίτσα (η): ζωηράδα, ενεργητικότητα
βιρός (ο): κράτημα νερού σε ρέμα, μεγάλη λακκούβα με νερό
βιτούλι (το): κατσίκι ενάμιση χρόνου
βίτσα (η): βέργα
βλαγάδια (τα): χωράφια κοντά σε οικισμό
βουλά: φορά
βουρίζει (ρ.): ζευγαρώνει το γουρούνι
βουρτόπα (η): ξέφωτο σε δασώδη ή θαμνώδη περιοχή
βρίζα (η): σίκαλη, είδος δημητριακού
βρουμούσια (τα): μυρμίγκια
.
.
Γ
.
γαλάρια (τα): πρόβατα αναπαραγωγής
γαλατσιάνκους (ο): άσπρος
γαλίκι (το): καλαμένιο κοφίνι
γιαπράκια (τα): λαχανοντολάδες
γίδα γκέσα (η): μαύρη (στο τρίχωμα) με κόκκινο στην κοιλιά και στα πόδια
......γκόρμπα: μαύρη
......ζαβουκέρατη: με ένα στραβό κέρατο και ένα κανονικό
......κανούτα: γκρίζα, σταχτιά
......κούλα: άσπρη
......μαρτζιλάτη: με "σκουλαρίκια" στο λαιμό
......μούσκρια: μαύρη με άσπρα στίγματα στη μούρη
......μπάλια: μαύρη με άσπρη τούφα στο κεφάλι
......μπάρτζα: μαύρη με κόκκινο στη μούρη
......πέστρα: μαύρη με άσπρο στην κοιλιά
......πισουκέρατη: με κέρατα γυριστά πίσω από τα αυτιά
......ρούσα: κόκκινη
......σιούτα: χωρίς κέρατα
......τραούσα: με μεγάλα κέρατα
......τσιούγκα: με ένα κέρατο σπασμένο
......τσιούπρα: με μικρά αυτιά
......φλόρα: άσπρη
......ψαριά: γκριζοκόκκινη
γιντσιάρκου (το): νεογέννητο
γιντζές (ο): καλλιεργήσιμο τριφύλλι
γκαγκαράτσα (η): κοπριά προβάτου ή γιδιού
γκάγκτζα (τα): καρποί αγριοτριανταφυλλιάς
γκαλιγκότσια (η): μεταφορά ανθρώπου στην πλάτη
γκαμπράνι (το): άδειο τενεκεδάκι
γκανταλιέμι (γκανταλώ) (ρ.): γαργαλιέμαι
γκαρμπουλάχανου (το): λάχανο
γκαρούλια (τα): μεγάλα αποδημητικά πουλιά
γκαταλνώ (γκατάλτσι) (ρ.): καταπίνω
γκαχιλώνα (η): χελώνα
γκιζιρνώ (γκιζέρι) (ρ.): βολτάρω
γκιόσια (τα): είδος παιχνιδιού
γκιούμι, γκίμι (το): μεταλλικό δοχείο νερού
γκιουρντάνι (το): στολίδι
γκλαβανή (η): άνοιγμα προς το υπόγειο, καταπακτή
γκλαμπάτσα (η): αρρώστια ζώων
γκόλιαβους (ο): γυμνός
γκουγκουμπές (ο): μικροκαμωμένος, νάνος
γκουρμπέτσα (η): ζητιάνα
γκόρμπιτας (ο): καρναβάλι
γκουγκουλίτσα (η): καρύδι με το τσόφλι
γκούμπζα (η): ξύλινη γαβάθα-πιάτο
γκούμπζιαλους: ανάθεμα
γκουντρουγκλώ (ρ.): κατρακυλώ
γκουργκόλια (τα): πέτρινοι βώλοι
γκουρμπέτσα (η): τσιγγάνα
γκριγκουρτσιά (η): άγρια γκορτσιά, άγρια απιδιά
γκουρλώνου (ρ.): πνίγω
γκούσια (η): το "καρύδι" του λαιμού
γκούστιαρας (ο): σαύρα
γκουτσιούνι (το): μικρό γουρούνι
γκριζιάλα (η): γκρίνια
γκρίμπα (η): καμπούρα
γκρουσιάδι (το): είδος βελανιδιάς
γκρούσκλας (ο): λάρυγγας
γκζιούπι (το): ασύμμετρο μεγάλο καυσόξυλο
γκύλιαντρους (ο): σιδερένιο στεφάνι, τσέρκι
γνουμκός (ο): μυαλωμένος
γουμάρι (το): γάιδαρος
γουνίδις (οι): γονείς
γουντζάρι (το): χοντρό κόκκαλο με λίγο κρέας
γούρνα (η): εσοχή στο έδαφος, λάκκος για νεκρό
γουρνάρς (ο): βοσκός γουρουνιών
γραβαλνώ (ρ.): ξεκοκαλίζω
γραμματκός (ο): γραμματέας Κοινότητας
γραπατσώνουμι (ρ.): πιάνομαι καλά
γριντιά (η): ξύλινο δοκάρι οροφής
γριντώνουμι (ρ.): ξαπλώνω
.
.
Δ
.
δασκαλούλια (τα): μαθητές Δημοτικού
δαχλίδι (το): δακτυλίδι
δγιάργους (ο): σύνορο αγρών, άκρη
δέοντα [τα]: χαιρετίσματα
διακόβου (ρ.): προσπερνώ
διδυμάρκα (τα): δίδυμα
διρμάτι (το): ασκός από τομάρι
διρμόνι (το): κόσκινο
διρπάνι (το): δρεπάνι
διφτιρίζου (ρ.): σκάβω για δεύτερη φορά
δουκιούμι (ρ.): θυμάμαι
δρόκνου (το): ροδάκινο
.
.
Ε
.
ειάτς (είμι, είσι, ειάτους-είμιστι, είντς, ειάτς) : νάτοι
έναργους (ο): αργός
έντεσα (ρ.): έμπλεξα
έντικα (το): χορός περιοχής Κοζάνης
έτσια: έτσι
έχια (τα): πλούτη
.
Ζ

.

ζάβα (η): κόπιτσα
ζαβουκλιά (η): παράβαση κανόνα παιχνιδιού, δόλος
ζαΐφκους (ο): καχεκτικός
ζαμπακώνου (ρ.): ξυλοφορτώνω
ζαμπούνκους (ο): φιλάσθενος
ζαπώνου (ρ.): αφαιρώ, κλέβω, κρύβω
ζαράλι (το): ζημιά
ζαραλούθκους (ο): ελαττωματικός
ζαρίζου (ρ.): βλέπω θαμπά
ζαχαράτου (το): καραμέλα
ζαχαρίσιου (το): ροζ χρώματος
ζβάρνισμα (το): σύρσιμο στο έδαφος
ζβαρνιάρας (ο): ατημέλητος
ζβόλι (το): μικρός συμπαγής όγκος χώματος
ζγκνώ (ρ.): κουνώ
ζγκούλα (η): εσοχή, κρύπτη
ζγκούρα (η): βρωμιά, λέρα
ζγκρουβάλι (το): στρογγυλό, συμπαγές
ζγούρι (το): δίχρονο αρνί
ζίγρα (η): αγκαθωτός θάμνος
ζιμ (το): είδος παιχνιδιού
ζιούκα (η): παραγινωμένο φρούτο, μαλακό
ζίρδαλου (το): βερίκοκο
ζλάπι (το): λύκος, άγριο ζώο
ζμί (το): ζουμί
ζμπόμπα (η): κοπάνα από σχολείο
ζμπουρίζου (ρ.): συνομιλώ
ζμπρουξιά (η): σπρώξιμο
ζνάρ (το): ζώνη
ζντρο (το): κοντρόλ μπάλας
ζντρουβόλι (το): αγκάθι εδάφους
ζούζουλου (το): φίδι
ζουζούνα (η): πράσινο σκαθάρι-έντομο που ζουζουνίζει
ζούκακας (ο): μικροκαμωμένος
ζουμπάς (ο): μικροκαμωμένος
ζουπώ (ρ.): πιέζω, σπρώχνω
ζουρζουβίτς (ο): ζωηρός, κινητικός
ζουρμπινά: με το ζόρι
ζουρνάς (ο): η μουσούδα του γουρουνιού
ζουρτιάζουμι (ρ.): ζορίζομαι, εκνευρίζομαι
ζουφός (ο): καχεκτικός
.
.
Η
.
ημιράδι (το): είδος βελανιδιάς
.
...
Θ
.
θάρουμ: μακάρι
θημιρίδα (η): η εφημερίδα
θιρμασιά (η): πυρετός
θκομ (θκος, θκοτ): δικό μου
θλεικώνου (ρ.): κουμπώνω
θυμιτκό (το): μνήμη
θχειάκου (η): θεία
.
.
Ι
.
ίγκλα (η): λουρί του σαμαριού
ιδώια: εδώ
ιένας: ένας
ιλιάτσι (το): πρακτικό φάρμακο
ίνουρου (το): όνειρο
ιπειτόργια: προηγουμένως
ιρισιά (η): ζήλια
ίσκιουμα (το): στοιχειό στον ύπνο
..
 
Κ
 
καβάκι (το): λεύκα
καβαλαριά (η): φυτικό ζιζάνιο
καβουρμάς (ο): χοιρινό κρέας διατηρημένο σε λίπος (λίγδα)
καγγέλι (το): στροφή, φιγούρα χορού
καϊπώνου (ρ.): κρύβω
καλαμκιά (η): τροφή ζώων
καλαμπαλίκι (το): συνωστισμός
καλαντζής (ο): γανωματής
καλίγουμα (καλιγώνου) (το): πετάλωμα
καλούγδια (τα): αγαθά
κανάκεμα (το): χάιδεμα
κανίστρα (η): ψάθινο πανέρι
καντίπουτα: τίποτε
καραμούζα (η): είδος πουλιού ή τρομπέτα
καραμπουτσιάκι (το): είδος καλλιεργήσιμου μπιζελιού για ζωοτροφή
καραπέτσι: τελείως άγουρο φρούτο
καρκατσέλι (το): ακρίδα
καρκαρίζουμι (ρ.): γελώ δυνατά
καρκάτσιλας (ο): αυτός που σκαρφαλώνει
κάρνου (το): κάβουνο
καρπουλόι (το): γεωργικό εργαλείο για λίχνισμα
καρυά (η):  καρυδιά
καρύσιου (το): χρώμα καφέ
κασμιρεύου (ρ.): κοροϊδεύω
κατασάρι (το): μάλλινη φανέλα
κατούνια (τα): μεταφερόμενα είδη
κατουστάρι (το): κύπελλο
κατράντζα (η): είδος σταριού
κατσιαούλι (το): σαγόνι
κατσιάρουμα (κατσιαρώνου) (το): γονάτισμα [από βάρος]
κάτσιδα (η): χειμερινό λουλούδι με φαγώσιμο βολβό
κατσιούλι (το): μάλλινο σκουφί
καφκί (το): μονάδα μέτρησης γάλακτος
καψαλώνου (ρ.): φεύγω
κιόλαντς: κιόλας
κιχί (το): μικρή κουλουριαστή τυρόπιτα
κλαδαριά (η): θημωνιά από κλαδιά βελανιδιάς
κλαδί (το): το δέντρο βελανιδιά
κλέτσιους (ο): εργαλείο δεσίματος δεματιών
κληματσίδα (η): κληματαριά
κλιάντιρα (τα): έντερα, εντόσθια
κλιτσινίκους (ο): βοηθητικό ξύλο για δέσιμο δεματιών
κλόζμα (το): στροφή
κλουρόπτα (η): πίτα κουλουριαστή
κλουσαριά (η): κλώσα
κλούτσα (η): γκλίτσα
κλούτσα (η): βελόνα πλεξίματος
κόγγουλι (η): ζιζάνιο του σταριού
κόθουρος (ο): το περιμετρικό της πίτας
κόκα (η): εγκοπή, σημάδι
κόλιαντρα (τα): κάλαντα
κόρδα (η): φράχτης μαντριού, υπαίθριο μαντρί
κόρτσα (η): κοριός
κόσα (η): πλεξούδα ή μακρύ δρεπάνι
κούκλα (η): καλαμπόκι, ρόκα
κουκουτσέλας (ο): κόκορας
κουκόσα (η): καρύδι
κουκότσι (το): το ξυλώδες της ρόκας
κουκούδι (το): στερεή μύξα
κουλιάστρα (η): πρωτόγαλα
κουλιουμπώ (ρ.): επισκέπτομαι σε ονομαστική γιορτή
κουλουκουρίζου (ρ.): κουρεύω τα γιδοπρόβατα στην κοιλιά
κουμάσι (το): κοτέτσι ή σπιτάκι γουρουνιού
κουνάκι (το): σπίτι, στέκι
κουπάνα (η): σκάφη ξύλινη
κουπέλι (το): παλιόπαιδο
κουρδέλια (τα): παπούτσια
κουριά (η): φλούδα ψωμιού
κουριμώς: ευτυχώς
κουρκούτη (η): χυλός
κουρκουτώ (ρ.): ανακατεύω χυλωμένο φαγητό
κουρκουτσόπανους (ο): το αγόρι που παίζει -κάνει παρέα- με κορίτσια
κουρουμπλιά (η): κορομηλιά
κουρούπι (το): κουρεμένος γουλί
κουσεύω (κουσιό) (ρ.): τριγυρνώ, τρέχω
κουσκούτα (η): εργασία χειροποίητης επεξεργασίας μαρμάρινου όγκου
κούτιου (το): σκυλί
κούτκας (ο): πίσω μέρος κεφαλιού
κουτουλούμπα (η): κωλοτούμπα
κουτρουμπλίτσα (η): κωλοτούμπα
κουτσάκι (το): εξάρτημα σαμαριού
κουτσιουμπό (το): κομμένο
κουτσκέλα (η): ελιγμός
κούτσκου (το): μωρό, μικρό
κουτσουρός (ο): σωρός
κουτώ (ρ.): τολμώ
κρατμάρα (η): αδυναμία ποδιών (ασθένεια) στα ζώα
κρένου (ρ.): μιλώ, συζητώ
κριάκουρα (τα): βράχοι
κριτσινάει (ρ.): τρίζει
κρίστκα: παραφορτωμένο
κυράτσα (η): κυρά, κυρία
κφάλας (ή καρακφάλι) (ο): αυτός που δεν ακούει, κουφός
..
..
Λ
..
λάβα (η): πολύ ζέστη
λαβίζου (ρ.): μαλώνω
λαγκιόλι (το): πιέτα φορέματος
λαγγίτα (η): τηγανίτα
λαγγόνι (το): πλευρά-κοιλιά ζώου
λαθήρι (το): είδος άγριου μπιζελιού
λάιους (ο): μαύρος
λαλάς (ο): θείος
λάλημα (το): προώθηση τα πρόβατα για άρμεγμα
λαλούμενα (τα): όργανα μουσικά
λαμάνι (λαμανίζου) (το): ανακάτεμα
λαμνί (το): σωρός στο αλώνι
λάμνια (η): κάθε παμφάγο, λαίμαργο
λανάρι (το): εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού
λανάρια (τα): στεφάνι με καρφιά στο λαιμό τσομπανόσκυλου
λάπατα (τα): αυτοφυή λαχανικά
λιάρους (ο): ασπρόμαυρος σκύλος
λίγδα (η): χοιρινό λοίπος
λιγκέρι (το): μπακιρένια σουπιέρα
λιγκιάζου (ρ.): έχω λόξιγκα
λιγνάτους (ο): ελαφρά ντυμένος
λίγουμα (το): χάσιμο αισθήσεων
λιζβός (ο): μικροκαμωμένος, αδύναμος
λιζγκάρι (το): φτυάρι
λιλέκι (το): δρεπάνι
λιμασμένους (ο): πολύ πεινασμένος
λιουρίζου (ρ.): κόβω
λιτίρι (το): ηλίανθος
λιφτόκαρου (το): φουντούκι
λόζιους (ο): χοντρό άχυρο
λόϊρα: τριγύρω
λολ (το): μικρές αναπηδήσεις της μπάλας με το πόδι, χωρίς να πέφτει στο έδαφος
λούγκα (η): πρησμένος αδένας στο λαιμό
λούδι (το): λουλούδι
λουλακίσιους (ο): γαλανός
λουκάγκου (το): λουκάνικο
λουμάκι (το): δενδρύλιο βελανιδιάς
λουμάς (ο): μεγάλος βώλος
λουμούρα (η): ανακατωσούρα, συνωστισμός
λόρδα (η): πείνα
λούνη (η): κατακάθη λάσπης, αμμόχωμα
λούρα (η): μακρύ ξύλο για “τίναγμα” καρπών δέντρων
λουρίδα (η): ζωστήρας
λουστάρι (το): κοντό ξύλο για γκρέμισμα φρούτων (κυρίως καρύδια, κάστανα)
λύξα (η): παλιογυναίκα
.

..

Μ

μαβλώ (ρ.): καλώ ζώα
μαγλίκα (η): σαλιάρα
μάεριμα (το): μαγείρεμα
μακαράς (ο): καρούλι
μαλέτου (το): μάλλινη κάπα με σκούφο
μάλτα (η): μπλέ σκούρο ύφασμα για ρούχα εργασίας
μανάρι (το): οικόσιτο αρνί
μαναχάτα: μόνα τους
μανταλίδι (το): τούβλο
μαντζάτου (το): δωμάτιο ισογείου
μάνταλους (ο): σύρτης πόρτας
μαντάνι (το): υδροτριβείο επεξεργασίας μάλλινων, σκουτιών
μαξούς: επίτηδες
μαραγκιασμένους (ο): μαραμένος
μαρκιούντι (ρ.): αναμασούν την τροφή (ζώα)
μαρμάγκα (η): δυσκολία
μαρούκλουτους (ο): με την ουρά στα σκέλια
μαρτάρα (η): μανιτάρι
μαρτζέλια (τα): “σκουλαρίκια” στο λαιμό των γιδοπροβάτων
μασλάτι (μασλατώ) (το): κουβέντα
ματέρι (το): ξύλινο υπόστεγο
ματουϋάλια (τα): γυαλιά ματιών
ματρακάς (ο): σφυρί για πελέκημα μαρμάρου
μέγκλα (η): δρασκελιά, αρίδα
μέρους (το): αποχωρητήριο
μιράδι (το : μερίδιο
μιργιάτκου (το): μεροκάματο
μαρμάγκα (η): ταλαιπωρία
μισάλι (το): ύφασμα που σκέπαζαν το ψωμί
μισάντρα (η): ντουλάπα
μισιά (η): μεσοτοιχία
μισιακός (ο): μισός - μισός
μισμέριαζμα (το): ύπνος το μεσημέρι
μιτζμένους (ο): μεθυσμένος
μψούρα (η): πήλινο βαθύ πιάτο
μόκου: σιωπή
μόλαβους (ο): ήσυχος
μόλτσα (η): σκόρος
μουαμπέτι (το): μάζωξη, συζήτηση, κέφι
μούζγκα (η): πράσινη βρωμιά στην επιφάνεια στάσιμου νερού
μουλώνου [μούλουξι ρα] (ρ.): σωπαίνω
μουμούδι (το): μαμούνι στη φακή
μούμουλος: όρος παιξίματος στους βώλους
μουμουτεύω (ρ.): εξαντλώ, ταλαιπωρώ
μουμουτιμένος (ο): εξαντλημένος
μούνγκι: μόνο
μουνέδα (η): άτακτο παιδί
μουνουχίζου (ρ.): στειρώνω αρσενικά ζώα
μούργκισμα (το): σκοτείνιασμα πριν από τη νύχτα
μούργκους (ο): σκουρόχρωμος σκύλος
μουρκάλα (η): ζευγάρωμα προβάτων
μουρκούτι (το): μικρό σκυλί
μουρταράκους (ο): απατεωνίσκος
μούρτζιους (ο): άνιφτος, λερωμένος στο πρόσωπο
μουρτζούλα (η): μουντζούρα
μουσικλέτα (η): μοτοσικλέτα
μουσκόφαγα (ρ.): καλόφαγα
μούτους (ο): μουγγός
μουτσιαλνώ (μουτσιάλμα) (ρ.): αναμασώ την τροφή
μουχλάδα (η): ήπιος καιρός, ομίχλη
μουχόζκου (το): εκλεκτό, αστείο
μπαϊλτζμάρα (μπαΐλτσα) (η): μεγάλη κούραση
μπαΐρι (το): χωράφι χέρσο
μπαϊάτκους (ο): μπαγιάτικος
μπακαβάς (ο): χαρτόνι, χοντρό εξώφυλλο
μπάκακας (ο): βάτραχος
μπακάλημα (μπακαλώ) (το): μπουσούλημα
μπακαταραίοι (οι): μικροκτηνοτρόφοι
μπαλαντίνες (οι): μεγάλες νιφάδες χιονιού
μπάμπαλο (το):  σκουπιδάκι (στο μάτι ή στο φαγητό)
μπαμπάτσκους (ο): γεροδεμένος, δυνατός
μπάμπου (η): γιαγιά
μπαμπούκα (η): λειτουργιά, άρτος Θείας Ευχαριστίας
μπαμπατζιάνγκους (ο): γεροδεμένος
μπάρα (η): μικρός λάκκος με νερό
μπαρμπούλα (η): μαντήλι κεφαλής γυναικών
μπασιούρς (ο): σκουρόχρωμος σκύλος με στίγματα στο κεφάλι
μπάτσαρους (ο): μουντζούρης, καρναβάλι
μπδω [μπδώ τς τρείς=κάνω άλμα εις τριπλούν] (ρ.): πηδώ
μπέρκου (το): πάθημα
μπιδγιά (η): απιδιά
μπιζιρνώ (ο): βαριέμαι
μπικιάρς (ο): εργένης, ανύπαντρος
μπιλαλίθκους (ο): πολύπλοκος
μπιλτζίκι (το): βραχιόλι
μπιρικέτι (το): αφθονία
μπισίκι (το): κούνια μωρού
μπισιουρντί (το): το πάχος από το προγούλι και την κοιλιά του χοίρου
μπισλίκα (η): βώλος από βελανιδιά
μπίτσιους (ο): γουρούνι
μπιχλιμπίδι (το): διακοσμητικό, κόσμημα
μπλάνα (η): μεγάλο κομμάτι τυριού
μπλάρι (το): μουλάρι
μπλιαγκούρι (το): πλιγούρι
μπλιόκα: κατάβρεξη
μπλιόρα (η): γίδα ή προβατίνα ενάμισι χρόνου
μπόσκους (ο): χαλαρός, επιπόλαιος
μπουγτζιάδις (οι): επικεφαλής γάμου ή αρραβώνα
μπουίρου: πρόσκληση για γεύμα, κόπιασε
μπουκουβάλα (η): τριμμένο ψωμί με τυρί πλασμένο σε σχήμα μπάλας
μπουλντούκα (η): γούρνα με νερό σε λάκκο
μπούντα (η): υγρασία
μπουρμπούτιασι (ρ.): πήρε φωτιά
μπουμπόλια (τα): τα βραστά φασόλια
μπουμπότα (η): καλαμποκόπιτα
μπούμπους (ο): φόβητρο, θηρίο (απειλή για τα μωρά)
μπουμπουτάει (ρ.): καταβρέχεται, είναι μέσα σε υγρό, πλέει
μπουνέλα (η): πιρούνι
μπουράτου (το): μηχάνημα καθαρισμού σταριού
μπουρμπουνάρι (το): σκαθάρι
μπουχάρι (το): καμινάδα
μπράτιμους (ο): συνομήλικος και ο βοηθός σε γάμο
μπριάβα (η): κλειδαριά
μπρουζιάλα (η): πολύ ζέστη
μπρουζιούτκου (το): καλοθρεμμένο
μπρούχαβου (το): σαθρό
μσούρα (η): βαθύ μεταλλικό πιάτο
μτάρια (τα): εξαρτήματα του αργαλειού
μω [ή μώι]: ω, εσύ
.
.
Ν
.
νημόρι (το): μνήμα
νιάϊμιρους (ο): ετήσια εμποροπανήγυρη
νιόχαρους (ο): ανυπόφορος
νιρουφαϊά (η): αυλάκι που έγινε από διάβρωση του νερού
νισιάνι (το): πάθημα
νότχιους (ο): βρεγμένος
νουβρός (ο): αυλή
νούνους (ο): νονός
νουρά (η): ουρά
νουτώ (ρ.): βρέχω
νουφαλός (ο): ομφαλός
νουφανός (ο): κλαδαριά που καίγεται το βράδυ της Ανάστασης
νουχτάρι (το): απότομη όχθη ρεματιάς
νταβάς (το): ταψί
νταβίζου (ρ.): ζητώ ζητιανεύω
νταβραντισμένος (ο): γεροδεμένος
νταϊκώνου (ρ.): στηρίζω
ντάϊμα: συχνά
νταλάκι (το): στήθος
νταλντώ (ρ.): ορμώ
ντάμκα (η): λεκές
ντάμπουρας (ο): τύμπανο
ντάρα (το): κατακάθι
νταρντάρισμα (το): φλυαρία
ντάσι: χτύπημα κεφάλι με κεφάλι
ντβάρι (το): τοίχος
ντέσιμου (το): κακό μπλέξιμο
ντίγκα: εντελώς γεμάτο
ντιπ: καθόλου
ντιρλίκουμα (το): λαίμαργο φαγητό
ντόμσιους (ο): αφελής
ντουβουρλίγκα (η): ζάλη
ντουγρού: ίσια μπροστά
ντουρλάπι (το): θύελλα
ντουρντούλα: παραγεμισμένο (π.χ. ποτήρι με νερό)
ντράβαλα (τα): φασαρίες
ντραγκανώ (ρ.): κουδουνίζω, θορυβώ
ντράφτσα (η): κουλούρα του γάμου
ντρούμπαλα (τα): εξαρτήματα, όργανα
ντραγατσίκα (η): δερμάτινο σακούλι βοσκού
ντραγάτς (ο): αγροφύλακας
ντρασκλώ (ρ.): δρασκελώ
ντρίμα (η): κομμένο κλαδί
ντρουβάς ή τρουβάς (ο): μάλλινος σάκκος, τορβάς
νυφαδγιά (η): νύφη
νυχιάϊς (ο): πάγωμα στα ακροδάχτυλα
νυχτέρι (το): ομαδικό ξενύχτι εργασίας και κουτσομπολιού γυναικών
νώμους (ο): ώμος
.
.
Ξ
.
ξαμώνου (ρ.): αγγίζω, πλησιάζω
ξέταγμα (το): προκατάληψη
ξιαντρόπιασμα (το): βγάλσιμο από τη δύσκολη θέση
ξιαπουλνιέμι (ρ.): αφήνομαι ελεύθερος
ξιαρίζου (ρ.): καθαρίζω φτυαρίζοντας
ξιαστουχμένους (ξιαστουχώ) (ο): αφηρημένος, ξεχασμένος
ξιγκουγκουλίζου (ρ.): ξεφλουδίζω καρύδια
ξιθάρριου: θάρρος, κουράγιο
ξιθλύκωμα (το): ξεκούμπωμα
ξικλιάζουμι (ρ.): τρώω υπερβολικά
ξικουπή (η): εφάπαξ συμφωνία
ξίκους (ο): παλαβός
ξιλέστρατους (ο): ασύμμετρος, ψηλός
ξιλκά (τα): οπορωφόρα δέντρα
ξινήθρα (η): είδος αγριόχορτου
ξιναχώνου (ρ.): ξεθάβω
ξινουμώ (ρ.): διώχνω
ξιόλτους (ο): λυτός
ξιου: έξω, κυρίως για κότες
ξιουρτανέμι (ρ.):τεντώνομαι
ξιπατώνου (ρ.):καταστρέφω
ξισυλλόϊαστους (ο): απερίσκεπτος
ξιχάου (ρ.): απασχολούμαι, ξεχνιέμαι
ξτρά: παρά λίγο, ξώφαλτσα
ξω (ρ.): ξύνω
.
.
Ο
.
οινόπλιμα (το): οινόπνευμα
όργους (ο): κομμάτι χωραφιού
ουδιέτσι: όπως είναι
ουδιτότι: αμέσως
ουντίζου (ρ.): ταιριάζω, μοιάζω
ουιπάν: πάνω
ουπχάτ: κάτω
ουράτσα (ρ.): υπέφερα, παρακουράστηκα
ουρουλόι (το): ρολόι
ουρσουζλίκι (το): ελάττωμα
ουχτούρι (το): οχτώ (βαθμός)
.
.
Π
.
παγάλια: σιγά
παγκουφουλιά (η): ιστός αράχνης
παλαμαριά (η): ξύλινο εργαλείο θερισμού
παλιαρούτα (η): παλιό ρούχο
πανιάζου (ρ.): θαμπώνω
πάντιους-ράντιους: τέτοιος κι αλλιώτικος (υβριστικά)
παραλαλώ (ρ.): παραμιλώ στον ύπνο
παρασκαλνιέμι (ρ.): ματιάζομαι
παραστάθι (το): κάσα πόρτας
παρατουρνώ (ρ.): απομακρύνομαι, φεύγω
παραχώνου (ρ.): θάβω
παρέκια: πιο πέρα
παρόνουμα (το): επώνυμο
παρτάλι (το):  κουρέλι
παρτσιακλό (το): απείθαρχο, ζωηρό
παταριά (η): σφαλιάρα
πατλιά (η): πατημασιά
πατλιτζιάνι (το): μελιτζάνα
πατόζα (η): αλωνιστική μηχανή
πατούνα (η): μέρος κάλτσας που αντιστοιχεί στο πέλμα
πάφιλας (ο): πολύ λεπτή λαμαρίνα
πέγκα (η): κηλίδα
πέρπιρας (ο): είδος πεταλούδας
πέτουρου (το): φύλλο πίτας
πιτιράδι (το): καρβέλι για σκύλους
πιδουκλιά (η): τρικλοποδιά
πικούνι (το): εργαλείο λάξευσης μαρμάρων
πιρατνοί (οι): οι πέραν του Αλιάκμονα
πιρδίκα (η): αυγό βαμμένο σε σχέδια
πιρδικλώνου (ρ.): μπερδεύω
πιτρουκάλι (το): πορτοκάλι
πιτχιάζου (ρ.): φτιάχνω τυρί
πκάμσου (το): πουκάμισο
πλακίδα (η): μικρή κότα (σε ηλικία )
πλαστάρι (το): στρογγυλό ψωμί
πλατέα (η): πλατεία
πλατή (η): πίτα με ζύμη και τυρί
πλέχτρα (η): δέμα από κρεμμύδια ή σκόρδα
πλι (το): πουλί
πλιμόνι (το): πνευμόνι
πλιότιρου: περισσότερο
πλιυρίτουμα (το): κρύωμα
πλουκάρι (το): μαλλί προβάτου (πάνω μέρος)
πλούλι (το): κοτοπουλάκι
πλόχειρου (το): παλάμη
πνάκι (το): ξύλινο δοχείο με καπάκι
πνακουτό (το): θήκες ψωμιού (πριν φουρνιστούν)
πόπουρδα (η): είδος μανιταριού και γενικά το μικροκαμωμένο
πουλιουμώ (ρ.): πετώ
πουρεύω (ρ.): περνώ, βολεύομαι
πουρτουμανές (ο): πορτοφόλι
πουχιρνώ (ρ.): βάζω για ψήσιμο στο φούρνο ψωμί
πράματα (τα): τα υποζύγια, αυτά που μεταφέρουν ή σύρουν φορτίο (άλογα, μουλάρια κλπ)
πρατσαλνώ (ρ.): πιτσιλώ
πρέκνα (η): φακίδες
πριάκουνου (το): λίμα
προβατίνα ασπρουνούρου (η): μαύρη (τρίχωμα) με άσπρη ουρά
..............γρίβα: γκρίζα
..............κάλεσα: άσπρη με μαύρα στίγματα στο κεφάλι
..............κουρνούτα: με κέρατα
..............κουτσίνου (ή κουάτσινη): άσπρη με κόκκινο στο κεφάλι
..............λάια: μαύρη
..............μπατσάρα: άσπρη με μαύρη μούρη
..............μπέλα: άσπρη
..............ρούντα: με πυκνό κατσαρό μαλλί και πλατιά ουρά
..............τσιούλα: με μικρά αυτιά
πρόκα (η): πιρούνι
προυσίφιρου (το): κέρασμα
προυστούρα (η): στομάχι, φαγητό Χριστουγέννων(στομάχι χοίρου με γέμιση)
προυσφόλι (το): μόνιμο αυγό φωλιάς
προυτσιάλα (ρ.): ζευγάρωμα γιδιών
πτιά (η): μαγιά
πυρουστιά (η): τρίποδας για τζάκι
πχιαλώ (ρ.): τρέχω
.
.
Ρ
.
ραγκατζάρια (τα): έθιμο της Πρωτοχρονιάς
ράντιους (ο): τιποτένιος (υβριστικά με το «πάντιους»)
ρέντζα (η): στομάχι κότας
ριβάνι: γρήγορη περπατησιά
ριμπαρεύου (ρ.): ψάχνω, ανακατεύω
ριμπούρι (η): κακοκαιρία, χιονιάς
ρόγα (η): μισθός τσομπάνη
ρόκα (η): εξάρτημα για γνέσιμο μαλλιού και καρπός καλαμποκιού
ρόπουτους (ο): θόρυβος
ρουγάζια (τα): είδος χόρτου στα έλη
ρούσα (η): κοκκινωπή
ρουφτένιου (το): ρεβιθένιο ψωμί
.
.
Σ
.
σάιζμα (το): στρώμα από γιδίσιο μαλλί
 
σαλντώ (ρ.): ορμώ
σαράντζμα (το): ξεμάτιασμα
σαράντσι (ρ.): συμπλήρωσε 40 ημέρες από τη γέννα
σέα (τα): υπάρχοντα
σέρει (ρ.): ζευγαρώνει η αγελάδα
σιάβαρα (τα): ξερά κλαδιά
σιακάτ: προς τα κάτω
σιαλίδα: πολύ αλμυρό
σιαπάν: προς τα πάνω
σιαπέρα: παραπέρα
σιάργκαβους (ο): γκρίζος
σιβαίνου (ρ. προστ. σέβα):ανεβαίνω
σιέι (το): δοχείο
σιμπουδάβλι (το): ξύλο σκαλίσματος φούρνου
σιου [έι σιου]: εσύ [βρε συ]
σιουλνάρι (το): έξοδος βρύσης νερού
σιούμπα (η): χτύπημα
σιουμπώ (ρ.): σκαλίζω τη φωτιά
σιουνφάδα (η): συννυφάδα
σιούπα (η): χτύπημα, ξυλοφόρτωμα
σιουπούλι (το): μικρό στόμιο σε λαγίνι
σιούρδους (ο): ανόητος, παλαβός
σιούρι (το): είδος (με την κακή έννοια)
σιούσκας (ο): καρούμπαλο
σιούτου (το): κριάρι ή γίδι χωρίς κέρατα
σιρκό (το): αρσενικό
σιρτός (ο): πηγάδι
σιτζίμι (το): χοντρό σκοινί από καννάβι
σκαμπάζου (ρ.): γνωρίζω, κατανοώ
σκανιάζου (ρ.): κοροϊδεύω κάποιον
σκαπιτώ (ρ.): το σκάω, φεύγω
σκαφίδι (το): σκάφη ζυμώματος
σκάφτουρας (ο): αιχμηρό ξυλάκι [για εκρίζωση βολβού κάτσιδας]
σκίζα (η): ξύλινη σφήνα
σκλάβους (ο): ομαδικό παιγνίδι
σκλέβουντι (ρ.): ζευγαρώνουν τα σκυλιά
σκλέντζαρς (ο): αδύναμος, κοκαλιάρης, κακομοίρης
σκλί (το): σκύλος
σκλίδα (η): μούσκεμα
σκλίδι (η): σκελίδα σκόρδου
σκνί (το): σκοινί
σκουλνώ (ρ.): τελειώνω, σχολώ
σκούνι, σκφούνι (το): μάλλινη πλεκτή κάλτσα
σκουτίδα (η): σκοτάδι, σκοτεινιά
σκρόπιους (ο): σκόρπιος και είδος χορού
σκρούμπους: αλλοίωση, καταστροφή
σκτίσιου (το) : ρούχο από χοντρό μάλλινο ύφασμα, σκουτί
σκρόφα (η): γουρούνα
σκύβαλα (τα): υπολείμματα από σιτάρι και άγανα
σμάδα (η): αμάδα, πέτρα παιχνιδιού
σμαζώνου (ρ.): μαζεύω
σμότιρα: πιο κοντά
σνάζου (ρ.): ταρακουνώ
σουγκάρια (τα): τα γεννημένα αρνιά στο τέλος της περιόδου
σούγλα (η): σούβλα
σουιάζου (ρ.): συγγενεύω, τιμώ το σόι
σουκόρφι (το): εσωτερικό τσεπάκι
σούκους (ο): λιπώδης βρωμιά μαλλιού προβάτου
σουλτόχιουνου (το): νοτερό χιόνι
σουμός (ο): τελειωμός
σουντάει (ρ.):γαυγίζει
σούρβα (τα): κάλαντα της Πρωτοχρονιάς
σουρβάλα (η): ακατάσχετη ροή
σουρλουτός (ο): οβάλ
σπαλιόρα (η): μάλωμα
σπάπια (τα): υπάρχοντα
σπαστρέυου (ρ.): συγυρίζω, τακτοποιώ
σπαστρικιά (η): καθαρή, νοικοκυρά
σπιτουτόπι (το): οικόπεδο
στάλους (ο): σκιερό μέρος για ξεκούραση κοπαδιού
στιάρι (το): σιτάρι
στιγνιάρου (η): αδύνατη, κοκαλιάρα
στιφάτου (το): στιφάδο
στιχμένους (ο): βοσκός επί πληρωμή
στλιαρώνου (ρ.): δέρνω
στουμπίζου (ρ.): χτυπώ στο γουδί ή στα στάχια για αποχωρισμό του σταριού
στουπουτός (ο): γεμάτος, πυκνός
στουπώνου (ρ.): βουλώνω
στραγκστάρι (το): στραγγιστήρι
στράνια (τα): ρούχα
στρέκλα (η): “τρέλα” βοδιών από τσίμπημα εντόμου
στρέγου (ρ.): δέχομαι, υπομένω
στρουμπλί (το): σκαμνάκι
συμφιράτους (ο): συμφεροντολόγος
στριβάδι (το): χώρος με πλούσια βοσκή
στριμπάδα (η): σημάδι από χτύπημα
στριφάδι (το): γίδα  ή προβατίνα με δύο γέννες
συγκαθώ (ρ.): συμμετέχω στο κέφι
συμπράγκαλα (τα): μεταφερόμενα υπάρχοντα
συντρόφι (το): κάτω εσώρουχο
συντρόφσα (η): φιλενάδα, συνομήλικη
σφαϊό (το): πόνος στην κοιλιά
στχειό (το): ίσκιωμα, φάντασμα
σφάλτσα (η): δεμάτι μεγάλου μεγέθους
σχώριου (το): κέρασμα για συχώρεση νεκρού
.
.
Τ
.
ταζέθκου (το): φρέσκο
τακουσιού: στα γρήγορα
ταλαγάνι (το): χοντρή κάπα
ταμάμ: όμοιο
ταντέλα (η): δαντέλα
ταξιπέ: περίπου
ταρατόρι (το): ξυλοφόρτωμα
ταρταρίζου (ρ.): μιλάω συνέχεια
τειάφι (το): θειάφι
τζαγκανάρι (το): λαγούτο
τζαμπούνα (η): ηχοκατασκευή από κορμό δημητριακών
τζέρτζιλα (τα): βερίκοκα
τζιαμάλτς (ο): αναμαλλιασμένος, ατημέλητος
τζιαντές (ο): δημοσιά
τζιβώνου (ρ.): μισοκλείνω τα μάτια
τζιντάνι (το): πορτοφόλι
τζιοπς (ο): τσέπη
τζιουλάπι (το): απόκριση, απάντηση
τζιουμάκα (η): ραβδί ξύλινο
τζιουτζιουβές (ο): μπρίκι
τζιουτζιούκα (η): κοιλιά
τζιουτζιουκλάρι (το): μικρό παιδί
τζιρίκνα (τα): ροδάκινα
τζιρμιτώ (ρ.): καταστρέφω, αφαιρώ
τζιρνίκια (τα): κορόμηλα
τζιρτζιάνι (το): σπουργίτι
τζουνώ (ρ.): τσιγκλώ
τζούφιους (ο): κούφιος, χωρίς περιεχόμενο
τίκνισι (ρ.): βγήκε αληθινό, ανταποκρίθηκε
τιμαρεύου (ρ.): δέρνω
τιτιώνου (ρ.): φτιάχνω
τλούπα (η): το μαλλί της ρόκας
τνάζου (ρ.): μαζεύω του καρπούς της καστανιάς,καρυδιάς κ.α.,[τίναξι ν΄καρυά=πέθανε]
τουρός (ο): ίχνος
τουταχιά: αύριο
τράκα (η): πλακέ κουδούνι για τα αιγοπρόβατα
τρόχαλου (το): μεγάλη πέτρα
τσαγκρασούλι (το): εργαλείο του τσαγκάρη
τσάκι (το): δισάκι
τσάκνα (τα): ξερά κλαδιά
τσάλφουρας: προηγουμένως
τσάπουρνα (τα): καρποί είδους βάτου
τσαρτσάρα (η): χτένα
τσάρκους (ο): θερινό μαντρί
τσέντζιαρς (ο): κατσαρόλα
τσέργα (η): μάλλινο κλινοσκέπασμα
τσέρνιασι (ρ.): μούδιασε (από χτύπημα ή κρύο)
τσέχρα (η): παλιοχαρακτήρας
τσιάγαλα (τα): χλωρά αμύγδαλα
τσιαγούλι (το): σαγόνι
τσιαΐρι (το): αλάνα
τσιακούρκους (ο): νευρικός
τσιαμαντάνι (το): σταυρωτό γιλέκο
τσιάμκα (τα): παραδοσιακά παπούτσια
τσιάμπα-κάρσα: πιάστηκαν στα χέρια, άνω-κάτω
τσιαμτσιακούσι (το): ξυλοδαρμός
τσιασίτι (το): είδος
τσιατάκι (το): επιθετικό, κακότροπο
τσιατάλι (το): εξάρτημα αμπάρας, εξάρτημα μηχανισμού
τσιατμάς (ο): μεσοτοιχία
τσιάφι (το): τσουχτερό κρύο
τσιαχρές (ο): όψη
τσιβουρίζει (ρ.): τσιτσιρίζει (στο τηγάνι)
τσιγαρίδα (η): κομμάτι βραστό χοιρινό (παχύ)
τσιγκαλίδια (τα): ασήμαντα μικροαντικείμενα
τσικρίκι (το): ξύλινη ανέμη
τσιλιπίθκους (ο): κομψός, καλοφτιαγμένος
τσιμπιρίτσα (η): είδος θυμαριού
τσίντσιφα (τα): καρπός είδους βάτου
τσινώ (ρ.): γκρινιάζω, αντιδρώ
τσιόλια (τα): κουρέλια
τσιονγκς: στοπ
τσιόκανα (τα): πέτρινοι βώλοι
τσιούγκους (ο): αδέξιος
τσιουκαλνώ (ρ.): ευνουχίζω
τσιουκάνι (το): κουδούνι
τσιουλίκα (η): είδος παιχνιδιού, τσιλίκι
τσιούμα (η): το άκρο πράσου ή κρεμμυδιού (με τη ρίζα)
τσιουλτάρι (το): φθαρμένο ρούχο
τσιουμπλί (το): ράμφος
τσιουμπρός (ο): τσιγκούνης
τσιούτσιανου (το): μικρό
τσιουτσιουρμάλλιασα (ρ.): ανατρίχιασα από το κρύο
τσιουτσιούλιαντρους (ο): κορυδαλλός
τσιόφα (η): γουρούνα
τσιπότια (τα): εξογκώματα σε ραβδί
τσιπούνα (η): γιλέκο μακρύ
τσιρίζι (το): ρετσίνι των δέντρων
τσιρνιάζου (ρ.): μουδιάζω από χτύπημα
τσιτσαρεύου (ρ.): ξεγυμνώνω
τσίτσαρους (ο): γυμνός
τσιτσιαλνώ (ρ.): διαλύω, λιώνω
τσίτσιμα: κάλεσμα κατσίκας
τσιφτιλής (ο): παλιοχαρακτήρας
τσκάρι (το): εξόγκωμα, ύψωμα
τσούκα: γεμάτα, φορτωμένα
τσουρτσούφι (το): ξυλοφότρωμα
τυρουφάης (ο): δερμάτινο δοχείο τυριού
τφύζει (ρ.): είναι στυφό, πικρό
.
.
Υ
.
ύψουμα (το): πρόσφορο ονομαστικής γιορτής
.
.
Φ
.
φακιόλι (το): μαντήλι που δένεται στο κεφάλι
φαμπλιά (η): οικογένεια
φανάρι (το): μεταλλικό κουτί με σήτα για τη φύλαξη τροφίμων
φαρφάρας (ο): πολυλογάς
φαφούλα (η): βρεγμένο ξερό ψωμί
φιλί (το): κομμάτι πίτας
φιλούδα (η): φέτα ψωμιού
φιλτζιάνι (το): φλιτζάνι
φιτζιούλα: φυγή τρέχοντας
φίτσιους (ο): μικροκαμωμένος αδύνατος
φκέλι [ή θκέλι](το): σκαπτικό εργαλείο, δικέλι
φκιάνου (ρ.): κάνω
φλάστιρας (ο): ξύλινη σφραγίδα για τις λειτουργιές
φλιά (η): επίσημο δείπνο σε σπίτι με λίγους καλεσμένους
φλιούργα (τα): παιδικό παιχνίδι με πέτρες
φλόκους (ο): τα εξέχοντα νήματα της βελέντζας
φνό (το): φθηνό
φόρτουμα (το): χοντρό σκοινί
φουκάλι (φουκαλνώ) (το): σκούπα από χόρτα
φουλτακίδα (φουλτακιάζου) (η): κοκκινίλα με πρήξιμο του δέρματος
φούρκα (η): διχάλα
φούρλα (η): στροφή γύρω από, φιγούρα χορού
φουρλιατώ (ρ): πετώ με μανία
φουρφούρι (το): κατασκευή χάρτινη που περιστρέφεται στον αέρα
φρίθκα (ρ.): φοβήθηκα
φταζμιδίτκου (το): ψωμί γιορτινό, επτάζυμο
φτασμένου (το): ώριμο, γινωμένο
φτσέλι (φτσέλα,φτσιλούλι) (το): ξύλινο παγούρι
.
.
Χ
.
χαβάς (ο): μελωδία, σκοπός τραγουδιού
χάζμαλα (τα): ξηροί καρποί, καραμέλες
χαλεύου (ρ.): θέλω
χαμάλα (η): βαριά χειρωνακτική εργασία
χαμούρι (το): μίγμα κυρίως αμμοχάλικου και τσιμέντου
χαρά (η): γάμος
χαρλίζου (ρ.): ροχαλίζω
χαρχάλι (το): λειρί κότας
χάσκας (ο): παιχνίδι Αποκριάς (αυγό δεμένο με κλωστή κλπ)
χασμήσια (τα): κεράσματα, γλυκά
χειρότχια (τα): γάντια
χλιάρι (το): κουτάλι
χλιαράκι (το): πόνος στο πλευρό, στο μέρος της καρδιάς
χλιο (το): χλιαρό
χλώ (ρ.): ζεσταίνω με την ανάσα
χόβι (το): φορά
χουσμέτι [χουσμιτεύου] (το): δουλειά σπιτιού
χουϊάζω (ρ.): μαλώνω, διώχνω
χουλέβια (τα): μάλλινες μακριές χοντρές κάλτσες
χουλκό (το): πυώδες σπυρί
χουρχουλάζει (ρ.): κοχλάζει
χουτζιούμι (το): τμήμα εργασίας κυρίως στο θέρο
χουχουϊάβα (η): κουκουβάγια
χραπαλνώ (ρ.): τρώω με βουλιμία
.
.
Ψ
.
ψαλίδα (η): διχαλωτή τρίχα μαλλιού
ψαλίθρα (το): είδος ζωύφιου
ψαχατεύου (ρ.): ψάχνω με την αφή
ψιέκας (ο): ψεύτης
ψίνα (η): πολτοποιημένα αποφάγια για γουρούνια
ψίτσα (& ψίχα): λίγο
ψόφους (ο): πολύ κρύο
ψυχός (ο): Ψυχοσάββατο, των ψυχών
.

.

ΚΥΡΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

.
Αγησίλαος: Γκησιλούλτς, Γησιλάκους
Αθανάσιος: Θανάϊς, Θανασάκς, Νάτσιους, Σιάκας
Αθανασία: Θανάσου, Θανασούλα
Αθηνά: Ανθηνιά
Αικατερίνη: Κατίγκου, Κατίνα, Κατιρίν(η), Λίνα, Ρίνα
Αλέξιος: Αλέξ
Αναστασία: Τασιά, Τασίτσα, Τασιούλα, Τσιτσιά
Αναστάσιος: Ναστάις, Τασιούλτς, Τάσιους
Αντώνιος: Αντώντς, Ντώνας
Απόστολος: Πουστόλτς
Αριστείδης: Αρίστους, Τίκας, Τούλης
Αστέριος: Στέργιους, Τσέλιους
Αφροδίτη: Φουρδίτου
Αχιλλέας: Χιλλέας, Αχιλλάκος
.
Βασίλειος: Βασίλτς, Βασιλάκς, Λάκης, Μπίλης, Τσίλας, Τσίλτς
Βασιλική: Βασιλκή, Βασιλκιά, Κουκούλου
Βάια: Βαΐτσα, Βαϊούλα
 
.
Γεώργιος: Γάκης, Γιουργάκς, Γιουργούλτς, Γούλας, Γώγους, Γιώρς, Γκόγκους, Ζιώγας, Λιόλιους
Γεωργία: Γιουργίτσα, Γίτσα
Γλυκερία: Γλύκου
Γρηγόριος: Γληγόρς
 
.
Δημήτριος: Δημητράκς, Δημητρούλτς, Μήκας, Μήτρους, Μήτσιους, Μπίτους, Τάκς
Δέσποινα: Δέσπου, Πούλα, Τζέπου
 
.
Ελένη: Λιένη, Λιένου, Λινάκι, Λινιώ
Ελισάβετ: Λισάφου
Ελευθέριος: Λιφτέρς
Ελευθερία: Λιφτηρία
Ευάγγελος: Βαγγιλάκς, Βάγγους, Βαγγέλτς, Βαντσιόβας, Γκέλας, Γκιόλτς
Ευαγγελία: Βαγγελίτσα, Βαγγιλιώ, Βάγγιου, Βαγγιλούδα, Λίτσα
Ευανθία: Βανθία
Ευλαμπία: Βλαμπία, Βλάμπου
Ευδοξία: Βδουξία
Ευθύμιος: Θύμνιους, Τζημάκς, Τζημάντς, Τζημούλας, Τζήμους
Ευστάθιος: Σταθτς, Τιάκας
Ευφημία: Θυμία
 
.
Ηλίας: Λίας
 
.
Θεόδωρος: Θόδουρος, Θουδουράκς, Ντιόντιους
Θεοδώρα: Θουδώρα
Θωμάς: Μάκης, Θουμάς, Τσιώμους
 
.
Ιωάννης: Γιαννούλας, Γιαννούλτς, Γιάνντς, Νούλτς
Ιωάννα: Γιάννου, Γιαννούλου
 
.
Καλλιόπη: Καλλέπου, Κάλλιου
Κυριακή: Κυρατσού
Κωνσταντίνος: Γκουντάρας, Γκουντής Κουσταντής, Κουτσιαρής,
Κουτσιούλας, Κώστας (πληθ: Κουστάδις), Κώτιας, Κώτσιους(πληθ: Κώτσδις)
Κωνσταντινιά: Κουσταντούλου
 
.
Μαγδαληνή: Μαγδάλου
Μαρία: Μαριγούλα, Μαρίτσα, Μαριώ, Μπία
Ματίνα: Ματιώ
 
.
Νικόλαος: Κουκόλτς, Κουλιός, Νίκους, Νικόλας
 
.
Όλγα: Όλουγα
 
.
Παναγιώτης: Παναέτς, Παναϊώτς, Πανίκας, Πάνους, Τζιώτας
Παναγιώτα: Πανάιου
Παρασκευή: Τσιβούλα
 
.
Σουλτάνα:  Τανούλα
Σταυρούλα: Βούλα, Μπούλα, Μπούλου, Σταυρούδου, Σταυρούλου
Στυλιανός: Στυλιανές, Τσέλιους
Στυλιανή, Στεργιανή: Στιργιάνου
Σωκράτης: Σουκράκς
 
.
Φίλιππος: Φίλππας
.
Φρειδερίκη: Φειρδιρίκη
Φωτεινή: Φώτου
Φώτιος: Φώτς
 
.
Χαράλαμπος: Μπάμπης, Χαράλαμπους, Χαρίις, Χαριλάκς
Χαρίκλεια: Χαρίκλου
Χρήστος: Κίτσιους, Λίτσιους, Χρήσους, Χρηστάκς, Χρηστακούλας.
.

.
ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ
 
.Διφτέρα, Τρίτη, Τιτράδι, Πέφτη, Παρασκιουβή, Σαββάτου, Κυριακή
..

ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
 
Γινάρς, Φλιβάρς, Μαρτς, Απρίλτς, Μάης, Θιρστής, Αλουνάρς, Αύγουστους, Σταυρός, Αι Δημήτρης, Παχνιστής, Αντριάς


Καταγραφή - Επιμέλεια: Γιώργος Μαστρογιαννόπουλος

 
Παραδοσιακός γάμος στο Μικρόβαλτο Εκτύπωση
Πέμπτη, 09 Ιούλιος 2015 02:31

Παραδοσιακός γάμος στο Μικρόβαλτο

“Οι άνδρες αγαπάτε τας εαυτών γυναίκας,
όπως ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν”
Απόστολος Παύλος

gmikrvHL 8_2Ο γάμος128 στο χωριό λέγεται “Χαρά”. Και λέγεται έτσι γιατί χαρίζει πραγματική χαρά όχι μόνο στο καινούργιο ζευγάρι και στους συγγενείς του αλλά και σ’ όλο το χωριό, το οποίο προσκαλείται και παίρνει μέρος σ’ αυτόν. Όλοι γλεντούν και ξεφαντώνουν με την ευκαιρία του ευχάριστου γεγονότος.

 
Τα τραγούδια μας Εκτύπωση
Σάββατο, 12 Ιανουάριος 2013 01:50

ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟ/ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ
.

tr._a

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ

(ΠΡΟΣΘΗΚΗ 11.1.2013)

Νανουρίσματα…

Άλλη μια ενότητα τραγουδιών που καταδεικνύει τον αστείρευτο πλούτο της λαϊκής μας παράδοσης…

1. Νάνι-νάνι πέστε του κι όλοι τραγουδήστε το

ώσπου να ‘ρθει  η μάνα του να του φέρει λούλουδα.

Λούλουδα τριαντάφυλλα και μοσχογαρίφαλα.
 
ΜΚΡΟΥΒΑΛΤΝΑ [ΙΔΙΩΜΑ] (αρχιμανδρίτου π. Νικηφόρου) Εκτύπωση
Τρίτη, 24 Μάρτιος 2015 23:17
ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

ΜΚΡΟΥΒΑΛΤΝΑ...

του αρχιμανδρίτου π. Νικηφόρου
Ξύψουμα

apn15243 1Ὄντας πάηναν παλιὰ κι στχιοῦνταν τζιουμπαναραὶ μὶ τοὺ 'ξάμινου, συμφουνοῦσαν μὶ τ' ἀφιντικό, πῶς θὰ γένουνταν ἡ πληρουμή τς. Δηλαδὴ ἡ μνιὰ συμφουνὴ ἦταν τόσους ἡ μιστὸς μαζὶ μὶ φαΐ μισμέρ' κι βράδ' κι ἕνα ζβγάρ' ἄρβυλα προυκιασμένα.

 
Μκρουβαλτνά Σιακάδια [ΙΔΙΩΜΑ] (της Σοφίας Τσινίκα) Εκτύπωση
Πέμπτη, 24 Σεπτέμβριος 2015 22:40

Γούλαμ δε μουτσιαλνάς… 

4 tsinika 012 -- Γούλαμ ήλιγι η μάνατ, δε μουτσιαλνάς ντιπ. Ουδιέτσι του γλέπου του ψουμί που σι φέρνου στου μαντρί. Τι σιλουή έχους γιεμ, πέτου στμάνας .

- Τι να φκιάσου, τι να σώσου μάναμ, πώς να κνήσου του κριάκουρου.

- Αρα τι σαλαμάρις ακούου.

- Μάνα βρήκα ένα σιντούκι λίρις.

- Λέλεμ του πιδίμ σαλάθκι. Τι λίρις αρα χαμένι, τι λες, ίνουρο ίδις ή σι πάτσι του ίσκουμα, ποιες λίρις;

- Βρήκα μάνα ένα σιντούκι λίρις στου τρανό του κριάκουρου απού πχατ.

- Κι πώς ξέρς αρά, πώς τσάμπλαξις;

- Έβαλα γκλούτσα σι μια τρύπα κι ρουπουτούσι του σιντούκι. Ταχιά να φέρς ένα λισγκάρι κι ένα τσαπί, ένα για μένα ένα για σένα, κι να τσβγάλουμι, να φέρς κι του μπλάρι να τσφουρτώσουμι κι πουλύ χαραή να μη σι ιδουν.

Η θειάκου τα πήγι κι αρχίντσαν να σκάβν. Πού να ταραχτεί του κριάκουρου.

- Απόκανα Γούλαμ, αντραλίζουμι.

- Άμα δεις τσλίρις όλα θα τα ξιαχτουχίις.

- Τούδα ιγώ πιδίμ του ίνουρου, έτρουγα σταφύλια, πιδιμός είνι.

Κάπουτι κι αλλότι έβαλι η Γούλας του χέρι κι τράβιξι του σιντούκι. Κι τι ήταν; Ένα γιρμανικό κράνους. Η θειάκου σάστσι.

- Αρα γιατιαυτό του γκαμπράνι χλιάρσαμι τόσου χώμα κι ξιμισιάσκα;

- Πάρτου μάνα να του φκιάεις κιούπι, να πίν οι κότις νιρό.

- Α σιαπέρα αρά σαλέ να έχου ιγώ στου νουβρόμ τ' γιρμανού του γκαμπράνι να θυμούμι ότι μας έκαψαν οι τσιακματζμένοι του χουριό.

Του φουρλιάτσι η θειάκου κι έφυγι ξιμισιασμέν.

Εν Μικροβάλτω...", ΑΦ 24

 

Του γυαλί του θκό μας

kath15924Γριζιαλιούνταν κάθι μέρα στ’ μάναμ’ η τρανή η διρφήμ’.

- Μάνα χαλέβου να μας παρς κι μας ένα γιαλί να γλέπουμι να χτινιζουμέστι. Όλα τα κουρίτσια έχν στα σπίτια.

- Μο κουρίτσιμ’  άμα μάσου κάνα αυγό θα πάρουμι όταν θα έρθει η Βλάχους (αυτός έφερνε στο χωριό διάφορα).

 Έμασι η μάναμ’ πέντι  αυγά κι ήρθι του γιαλί.

- Κουρίτσια πού να του βάλου;

- Πουλύ ψηλά μάνα, να μην του φτάν’ η μκρή (εγώ).

Ο καθρέφτης έγραφε καλημέρα και είχε και δύο φούντες στην κάθε άκρη. Τουν  ξιξκριμνούσι μούγκι η διρφήμ’, ιγώ σαν τγάτα τουν τηρούσα απού κάτ’.  

- Μην τουν πειράξ’, ισύ να ξέρς μίλιγαν.

Μια μέρα βρήκα στριχουμένου σι μια τρύπα στου ντβάρ’ ένα χαρτί, είχι λίγου κόκκινη βαφή που έβαφι η μάναμ τσφούστις μας. Πήρα μι του δάχτουλου κι έβαψα τα μάγουλαμ’. Πώς να δω αν είμι καλή; Τι να φκιάσου, τι να σώσου. Αντραλίσκα να του τηρώ του γιαλί και καθώς ήμαν μαναχιά, πήρα μια φούρκα απ’ τ’ αχούρι κι τράβα τράβα του ξιθλίκουσα απ’ του καρφί, έπισι κάτ’ του γιαλί κι γένκι τσίτσιαλα. Τα πλαλούντα έφυγα κι κρύφκα πέρα σναχειρώνα. Του δειλνό μι έκουψι λόρδα,  πνούσα κι σιγά σιγά σαν τγάτα πήγα σπίτ’. Μάρπαξι η μάναμ’, μαρχίνσι μι τουν πλάστ’ κι όπους είχα βαμένα τα μάγουλα μι τα δάκριαμ’, αρχίντσι σουλνάρια να κατιβαίν’ η μπουιά απ’ τα μάγουλαμ’.

Κι αρχίντσι η μάναμ’.

-Βάψιμου σι μάρανι παλιουτσουτζουλου που να ξιπατουθείς να μη σι γλιέπου ντιπ, σκλίκια έχ’ στουν κολ… κι δε σιγουρεύισι ντιπ, θα σι κλείσου του βράδι στ’ αχούρ’ να κοιμθείς μι τα βόδια. 

Ανάσα ιγώ. Καλά που ήρθι η θειάκου μ’ η Πανάγιου κι αρχίντσι να λαβίζ’ τμάναμ΄.

- Έλα μι λέει κουρίτσιμ σι μένα, σαλάθκι η μάνα σ’ …

Αυτό το έζησα … και τώρα στο σπίτι μου έχω πάνω από τρεις μεγάλους καθρέφτες.

 

Η κουντός η άντρας

Νταρντάνα γνέκα η Τασιούλα. Ναράτσαν καλά πιδιά δεν τνάρσι καγκαένας. Σικλιτίζουνταν η μάνατς, «μωρ κουρίτσιμ τι λοϊός να είνι κι δε χαλέβς καέναν. Άντρας κι γνέκα ίσι όποιουν να παρς θα τουν φκιάις νοικουκύρ».

Πέρασαν τα χρόνια, αρχίντσι να μαραγκιάζ, να σουφρών η Τασιούλα. Χάθκαν τα καπούλια που είχι κι δεν τναραδούσι καένας.

Σι μια χαρά βρέθκι κι ένας κουντός. Σαν του είδι, μόρα μόρα, «αυτόν θα πάρου μάνα». «Θυγατέραμ αυτός μι φαίνιτι πουλύ κουντός κι στιγνιάρκους. Άμα πααίν στου χουράφ θα τουν πάρν σβάρνα τα βόδια, μψή αξιάλ είνι η έρμους».  «Χτύπσι η καρδιάμ σιτιαυτόν κι θα τουν πάρου».

Γίνκαν τα λουγουδώματα, αρχίνσι η χαρά, αρχίντσι η χουρός, πάει να κάνει στου χουρό μια φούρλα η γαμπρός, πάρτουν κάτ’, έπισι τα πίπκα κι μι του ζόρ’ σκώθκι. Αντρουπιάσκι η Τασιούλα, τι να φκιάσ’, τα στέφανα  είχαν γένει, τουν φουρτώθκι. Αρχίντσαν οι δλιές, έναν όργου στου θέρους η Τασιούλα, μψό η Νικόλας η κουντός, δυό τρεις αράδις καλαμπούκι έσουνι η Τασιούλα, μψή αράδα η κουντός. Ήρθι κιρός να  παέν’ στου στρατό η Νκόλας κι όταν πέρασι ιπιτρουπί τουν ρώτσαν πώς λέγισι, τουν λεν, ποιος ιγώ, ναι σι σένα μιλούμι. Α΄, μι λέν Νκόλα. Τι δλιά έφκιανις στου χουργιό, ποιος ιγώ; Να σιαπάν σιακάτ. Κατάλαβαν τι ανιπρόκουπους κι χασουμέρς ήταν κι τουν έδουσαν αναβουλή. Γύρσι στου χουργιό όλη τμέρα κοιμούνταν κι του βράδυ πάινι για ύπνου. Μαράζουνι η Τασιούλα κι τραγδούσι του τραγούδι:

Ναθιμάσας μάτιαμ όταν ζηλιψέτι

τουν κουντό τουν άντρα κι τουν μαραζιάρη

που έσπιρνι του χρόνου δυό πνάκια στιάρι

κι άλλα δυό κριθάρι

ποιος να τα θιρίσει, ποιος να τα αλουνήσει

πού τουν άμπλαξα μωρ μάναμ

κι δε σάκσα ντίπ.

Σοφία Τσινίκα (Από το 27 τεύχος της εφημερίδας "Εν Μικροβάλτω...")


 

Μπδούλια έφαγις;

st15293Πήρα του χουριανόμ τηλέφουνου να μι αρμινέψ για κάτι χαρτιά.

- Έλα ποια είσι μά;

- Αρα δε μι αγνώρσις, η Σουφία είμι.

- Τώρα σι θυμήθκα, τι χαλέβς μα;

- Μια ουρμίνια.

- Γιατί μα απ' αλάργα δε βαΐζ ντιπ κατου χουργιό, γίνγκις κι συ Σαλουνκιά.

- Αρα έχου του παλιουπόδαρουμ κι του χειρούργησι η γιατρός, έβαλι τάχα ένα μπαλόν μα τίπουτα ντίπ.

- Τι καρτιράς μα τώρα, τρανή είσι.

- Καλά ρα του ξέρου, τι του χαλέβς αυτό κι του αναφέρς. Ιγώ ρα δεν ήμαν που ώσπου να μιτρήσ ως τα δέκα απου τα σούδια έφτανα στου κουντουλάκι μι μιά ανάσα.

Αρχίντσαμι τα θκά μας που μουλουγμό δεν έχν.

- Θυμάσι μα, μι λέει η χουργιανός, που στου λάκου στα γκιουφύρια που έπλιναν τα στράνια οι γνέκις κι ιμείς απου κατ επινάμι νιρό, μας ήλιγαν πως του νιρό αμα πιράσ απού σαράντα πέτρις είνι καλό.

- Όλα τουν ήλιγα τα θυμούμι, που τα Χριστούγεννα ετρουγάμι πουλύ κριάς, κουψίδια κι λουκάνκα, τα κριμνούσαν θλιές κι εμείς κρυφά τα ερτουγάμι. Αυτά ίλιγαν οι μάνις μας τα μαγαρσμένα τα πουντίκια τα τρών, μούγκι που μας πουνούσι η κλιά κι ετριχάμι τα πλαλούντας πίσου απ' τσ' αχυρόνις. Καλά που ειχάμι κι τς ουδουκαθαριστές τσ σκρόφις τάτρουγαν κι καθάρζι η τόπους.

- Ισύ μα ξιαστόχσις που ειπιρνάμι  μια φιλούδα ψουμί, ένα σκρουβάλι τυρί, χορτινάμι μια χαρά, μούγκι που του τυρί είχι μέσα μπδούλια.

- Τι να είνι αρά τα μπδούλια, τα ξιαστόχσα.

- Ικείνα μα που ήταν μέσα στσ τρύπις του τυρί.

- Α! Καλά τώρα τα θυμίθκα, που είχαν κι ένα κιφαλάκι κι μας τηρούσαν μέσα απ' τς μκρές τστρυπούλις..; Ήταν ζουντανά κι του τυρί πουλύ νόστιμου, πιό καλά μαζί μι του ασβέστιου ετρουγάμι κι προυτεϊνες που λεν κι οι γιατροί. Δε μας πείραζι τίπουτα, μας φύλαγι η Θεός, που ήλιγι κι η μάναμ, τα μπδούλια ήταν ζουντανά κι μας τηρούσαν σα να μας ήλιγαν φάτι κι πλαλάτι, μη χαμπαρίζτι ντιπ.

Ηλιγάμι ηλιγάμι κι δεν τα σουνάμι μι του χουργιανό μ'. Κι όποιους Μκρουβαλτνός της ηλικίας μου πει ότι δεν έφαγι μπδούλια, ψέματα θα πει.

Ο Δασάρχης

Ξιζβιρκιάσκι να φουνάζ η κλητήρας.

- Ακούστι χουργιανοί καλά. Απού ταχιά θα έρχιτι Δασάρχης κι στου χουργιό μας. Μην κόβιτι ξύλα απού σμά στου χουργιό, θα πλιαρώντι τζιριμέδις.

Κυριακή η Δασάρχης ήρθι. Κι μόρα μόρα καμάρουνι στου μισουχώρι, αυτός ήταν κι καένας άλλους. Είχι κι έναν χουσμικιάρ, λίγου ζαραλούδκους. Αυτός η σπιούνους πρόδουνι τσχουριανοί. Νύχτα έκουβαν τα ξύλα απού σιαπέρα απ' ντΒασίλ τ' Λάκα απ' του Μαγκανάρ μα αυτός η τσιφτιλίδκους ήλιγι του Δασάρχη τάχατις τα έκουβαν απ' τα Κουκινόια. Παράδις δεν είχαν οι χουριανοί κι τσέδουναν καμιά κότα πνηθιλαν ψημέν. Από τότι χάνουνταν οι κότις απ' τα κουμάσια. Φώναζαν οι γνέκις κι τάβαναν μι ν' αλούπου.

Μια χαραή η Στέλλα άκσι να λαμανίζουντι οι κότις, βγήκι  κι τουν είδι του χουσμικιάρ τ' Δασάρχη. Ά κυραμάρε ισύ κλέβς τσ κότις. Πήγι στουν τρανό τουν καπιτάνιου (τουν Αστυνόμου) κι του ανάφιρι. Η τρανός να μην τα χαλάσι μι του Δασάρχη τνείπι ήσαν απ' τουν ύπνου κι δεν είδις καλά. Σι λέου τουν άμπλαξα, μην κάντσ του σαλό, άκσις; Καλά λέει του τρανό του κιφάλ. Πρέπει να τσακόσουμι όταν παέν να την   ψήσν. Αρά τι ταράζισι κι αντραλίζισι ιγώ θα σι πααίνου ικεί που ψήν τσκότις.

Η Δασάρχης κάθουνταν τνάλλη τμέρα στου  καφινίου καμαρουτός σα να είχι καταπχεί τουν πλάστη. Τουν καλημέρσι η Στέλλα, αρχίντσι να κνιέτι, να λυγιέτι. Η Δασάρχης τουν άρσι πουλύ κι τλιέει, του βράδυ ακλούθαμι και θα φας κότα ψημέν. Λέλιμ, που μι αρέσει, να μι καρτιράς. Μπρουστά η Δασάρχις μι του χουσμικιάρη, απ' του κουντό η Στέλλα κι πίσου η τρανός η καπιτάνιους. Σι μια ριματιά άναψαν φουτιά, έψαν νγκότα, τλιάντσαν κι αρχίντσαν να τρων κι να τραγδούν. Σιούντι τα δέντρα όλα Ζαχαρούλαμ, έστριβι του μουστάκ η Δασάρχης. Τσαμπλαξι η τρανός στουν τόπου. Σας τσάκουσα. Φρίθκι η Δασάρχης κι τάρξι όλα στου χουσμικιάρ. Ήλιγαν απουτότι στου χουριό. Να ποιός αλούπους μας έτρουγι τσκότις. Αφού τνέβγαλαν τραγούδ τΣτέλλα. Στέλλα μωρ Στέλλα, κακιά κουπέλα, δεν τόπραξις καλά, παγάπησις Δασάρχη μούγκι μιά βραδιά. Πάισαν οι κότις κι τα κουκόρια, πάισαν κι οι κλουσαριές, τσέτρουγι η Δασάρχης μέσα στις ριματιές.

Τ' βγήκι τόνουμα τ'  Στέλλα μα γλύτουσαν οι κότις.

Διαβάστι τα κι θα θυμηθήτε σε ποιό χωριό έγιναν όλα αυτάια.

 

Η νύφη από Δευτέρα

Σ' όλου του ντουνιά να τηρούσις σαν τ' Μαρία  άλλου κουρίτσ δεν είχι ψηλή, λυγιρή μι κόσις ως τα καπούλια, τα πλαλούντα τάφκιανι τα χουζμέτια, νασκίρζι, φουκαλνούσι, ανάπιανι του προυζύμ, ζύμουνι παραπάν απου δέκα πλαστάρια μι μια ανάσα. Όσου να σκουθούν οι άλλοι, έβγαζι του ψουμί απ' του φούρνου. Όλις οι μάνις χάλιβαν να μπάρν για νυφ στα πιδιάτσ. Μούγκι ένας θα τνέπιρνι, αυτόν χάλιβι, του Νάτσιου, πιρήφανους κι αυτός, έκουβι του τσιρβέλου τ',  ότι κι αντί τόφκιανι.  Τουν κατηγορούσαν στου χουριό  γιατί πιρνούσι όλου απ' μπανόστρατα που ήταν του σπίτι τσ Μαρίας, τραγδούσι κι του τραγούδ αυτόια. “Δε μπουρούσα να βρω καμιά και το ένα Σαββάτο βράδυ καλε Μαρία”.  Δστου κι πολιομούσι μύγδαλα στου παραθύρι τσ. Η Μαρία σαν τγάτα τουν τηρούσι κι δόστου χάχανα κι νουήματα. Τάμαθι η μάνα τ' Νάτσιου τα καμώματα, τουν αρχίνσι δεν αντρέπισι αρά , θα βγάλν τόνουμα του κουρίτσ. Μη λαβίζ μάνα ιγώ θα μπάρου κι θα παένου μουναχόζμ στουν πατέρα τσ. Μη βγάειζ τέτιις μόδις, ισί να ξέρσ. Γιατί θα αρχινίσν να παέν κι τα άλλα τα πιδιά. Σιούρτσ η Νάτσιους, πήγι στουν πατέρατσ. Θα στδόσου τουν ίπι, αλλά μασκαραλίκια δε θέλου. Φανιρά δε θα έρχισι. Πάινι κι η Νάτσιους κρυφά.

Τα καμώματα τσ νύχτας ήφιραν στιναχώριις γιατιαυτό γίνκι η χαρά αγλήγουρα γιατί η Μαρία αντρέπουνταν που ακούσκι. Δόστου κλιάματα σαν ήγλιπνι του Νάτσιου. Τι θα φκιάσου, τι θα δείξουμι τ' Δευτέρα που η πιθιρά καρτιράει να βάλει σκανέστρα του πκάμσου να ιδούν ότι ήταν τίμια η νύφ. Ήταν του έθιμου, έβαναν μια τρανή κανίστρα τρουίρου μι βασιλκό, μέσα του πκάμσου μι την τιμή (παρθινιά). Ιγώ Νάτσιου μ' τι θα δείξου, τουν ήλιγι μι κλάματα η Μαρία. Α μα χαζιά, ισύ θα δεις τιμή, άκσις, θα του ιδείς. Χόριψαν, έφαγαν, σκόλασι η γάμους. Κλιάματα η Μαρία, τι θα κάνει του προυί τσ Διφτέρας...

Χαραή χαραή η Νάτσιους πήγι στου κουμάσι που κλουσούσι τα πλιά η κλουσαριά. Πήρι ένα πλούλι, τόκουψι του κιφάλι. Ζουγράφσι του πκάμσου κι τόδουκι τμάνα. Μπράβου ρα πιδίμ, πουλύ χάρκα. Έφκιασι πίτις, λαγκίτις, σμίθια, αρχίντσαν όλις οι γνέκις ζτγειτουνιά, μπράβου, τίμου κουρίτσι, να ζήσν. Καμάρι η πιθιρά, ήρθι κι η μάνα τσ νύφης άμα για να ξέρτι του κουρίτσι τούχα καπίστρι ιγώ, δεν τούπι καένα στάσ παρέκει. Μέσα στου νουντά η Νάτσιους μι τ'Μαρία ξιτσιαγουλιάσκαν να γιλούν.

Αχ Νάτσουμ μας ξιντροπιασι του πλούλι, νανι καλά. Κι η Νάτσιους, τι καλά να είνι μα χαζιά, αφού τόκουψα του κιφάλι;

Σοφία Τσινίκα

Από το τεύχος ΑΦ 28 της εφημερίδας "Εν Μικροβάλτω..."


Η Λιμουνιά κι η Κώτσιους

siakad10.1Μαζί τράνιψαν αυτά τα δυό, σένα σκουλειό πάιναν, κουλτά ήταν τα σπίτιατς κι τα χουράφιατς.  Έσκαβαν του καλαμπούκι κι τηργιούνταν σαν τα γατιά. Κατάλαβι η μάνατς κι τούπι τουν πατέρατς. Θα διαλέξουμι γαμπρό, δε θα πάρει αυτόν του στιγνιάρ που δεν έχει ζμι να φάει. Δα πάρει ένα πιδί απ’ τουν άλλου του μαχαλά, είνι καλό πιδί κι νυκουκυρέοι όλοι. Τόμαθι κι η Κώτσιους ταμπλάς τουν ήρθι. Σταύρουσι μια μέρα τμάνα τσΛιμουνιάς κι νείπι:

- Η Λιμουνιά είνι φκιάμ. Είνι φιλημέν απού μένα. 

- Αρά δεν αντρέπισι τι λες να του βγεί τόνουμα του κουρίτσιμ.

- Ρώτα την μα θιάκου για να μη μέχς για ζιματιάρ.

Πείσμουσι η θιάκου, άρπαξι τουν πλαστίρ κι πού σι σφάζι πού σι πουνί γαλάζια νέφκιασι τθυγατέρατς.

- Τέτοια μασκαραλίκια έφκιασις μι τουν Κώτσιου; Ανάσα του κουρίτσι.

Χαραή χαραή πάει η θιάκου στμάνα τ’ Κώτσιου κι ναρχίντσι.

- Η θκός η γιός έβγαλι τόνουμα τσθυγατέραςμ. Κι πώς θα του δώσου του κουρίτσι σ’ άλλουν.

- Θα μπάρουμι ιμείς, λέει η μάνα τΚώτσιου.

- Σι ποιόν μά; Στο θκός του ζαραλούδκου που δεν έχτι ούτι ψουμί θα δώσου του κουρίτσιμ; Που βρουμούν  τα χνώτα σας απου μπείνα, που δέντι τγάτα όταν τρώτι μη σας φάει καμιά χαψιά;

- Ιτότι μα βάλτην στου ντλάπι να σιτέψι. Ιγώ σι λέου θα μας κάντς μιτάνιις κι δε δα νπάρει ου Κώτσιους

Κι αφού χώθκαν οι μάνις στ μέση χάθκε μια αγάπη για πάντα…

.

Ο κύριος Μαλούτας

Λέλιμ ήλιγαν οι γνέκις στου χουριό ούτι τόνοματ δε χάλιβαν νακούσν. Χτύπσι η καμπάνα. Ήρθι η Μαλούτας η φουριακός. Αρχίντσαν να φουνάζν απ’ του καμπαναριό που είχαν βάλει κι χουνί. ΄Οσοι τάκσαν του σκαπέτσαν.

Μαζώθκαν καμπόσοι, πάει κι η πατέραμ. Αρα τι μας χαλέβς, αφού ξέρς παράδις δεν έχουμι. Κάτσι αυτούια να σι φέρουμι κανα διρμάτ τυρί. Παράδις δεν έχει είπι η νούνουςμ η Μίκας πού ήταν κι πρόιδιρους. Αφού δεν έχτι θα κάτστι μέσα ως του βράδυ. Κλείδουσαν κι έφυγαν οι τρανοί. Κι τι να φκιασν μέσα στου παλιό σκουλιό. Έστειλαν χαμπέρι στου γραμματέα του μπάρμπα Κώτσιου. Η γραμματέας τσαπόλκι κι ως του βράδυ να βρουν παράδις. Του βράδυ η Μαλούτας δε βρήκι καέναν κι τσέκανι μήνυσ. Κάπουτι κι αλλότι τσκάλισαν στου Δικαστήριου στα Σέρβια τουν πατέραμ, του Γιάννη τουν Τσιάκαλου, τουν Ξυνουιάννη, του Γκιάτα, του Χαϊνταρουκώτσιου, του Τζικουβαγγέλη. Κι αρχίντσι η πρόιδιρους γκατηγουρία. Φώναξι πρώτουν τουν πατέραμ. Τι έχει να πεί. Αρα τι παράδις χαλέβς, τι λουιές είνι ένα τρύπιου ταλαγάνι έχου, πάρτου κι αυτό. Πήρι ύστρια του λόγου η Χαϊδαρουκώτσιους πιό γραμματζμένους. Να σι φέρουμι καένα σφαχτό η καθιένας τουν λέει, θύμουσι η πρόιδιρους κι τσλέει άι φιβγάτι απουδώ, αρπάχκι η Τσακαλουιάντς κι λεει καλά που του κατάλαβις κι άλλη φουρά να μη μας φέρς ιδώ, μι τα πουδάρια ηρθάμι. Κι η πρόιδιρους λέει να προυσέχτι πώς ομιλάτι. Κι ισύ να τηράς ποιοί φέρς ιδώ, τουν είπαν κι οι χουργιανοί μας.

.

Είχι του μυαλό στουν κούτκα

Τρανός τσέλιγκας η μπάρμπα Νάτσιους. Είχι πιντακόσια γίδια, γιλάδια, πρόβατα καμιά διακουσιαριά, είχι κι τα σκλιά. Πήρι γνέκα τλιμουνιά μι τα πολλά καμάρια κι τχάλιβαν όλα τα πιδιά μα νέδουκαν σιαυτόν που είχι στου σπίτιτ γκάζι, λάδι αλεύρι κι τυρί. Αυτόν τον τρανό τον τσέλιγκα θα πάρς νίλιγι η πατέρατς. Αρα πατέρα  δε μαρέζει ντίπ, είνι κι τρανός. Ξιπατώσ, μούλουξι θα έχς να φας όρνιου. Τι να φκιάσ του  κουρίτσι τουν πήρι. Γέντσι κι ένα πιδί κι ένα κουρίτσι. Του πιδί τούλιγαν Λιάκου κι του κουρίτς  Γιάννου.

Κρυφό καμάρι τουν είχι η πατέραστ του Λιάκου, χάλιβι να τουν φκιάσει γιατρό. Κι ήλιγι τσχουριανοί, βαστάτι να είστι γιροί θα φκιάσου γιατρό του Λιάκου κι θα σας γιατρέβει. Άμα ήλιγαν οι παπούδις ξίσκι κακουπόριψει μπασχαλιά ναλλάξ. Αρα ώσπου να γένει γιατρός η Λιάκους ημάς θα μας σμαζώξει η Θιός. Απουλύθκι απ’ του Δημουτικό Σκουλιό η Λιάκους  μι πέντι (5). Δεν τάπιρνι τα γράμματα. Πατέρα δε χαλέβου γράμματα τάκσις, θα γένου κι ιγώ τσέλιγκας. Α σαπέρα ρα χαμένου σκλί, θα γέντς γιατί του χαλέβου ιγώ. Κι τουν ξιπρουβότσι για νΑθήνα σι ένα φίλουτ, που είχι απ’ του στρατό.

 Έστιλνι παράδις, τυριά, αρνιά, ουράτσι  να βγάλει του Γυμνάσιου η Λιάκους. Γράφκι στου Πανιπιστήμιου κι από κει πέρα του φιτζίλουσι κι έπιασι δλιά σ’ένα μαγειργιό.

Κάπουτι κι αλλότι τόμαθι η πατέρατ. Έβαλι τα σιγκούνιατ, έστριψι του μουστάκι, τα τσαρούχια μι φούντις. Κι πααίνει στου φίλουτ. Αρα τι φκιάνει η θκόςμ, η ξιαστουχμένους, θα γένει γιατρός, όλου του χουργιό τουν καρτιράει. Ξιρουκατάπνι η φίλουστ. Πώς να στου πω Νάτσιου φουβούμι μη σι ρθει νταμπλάς. Να του πείς, τόσου τυρί έφαϊς κι συ. Να, δεν πάτσι ντιπ στη γιατρική σχουλή, δλέβ σι μαγεργιό. Αρά για κεί του είχα ιγώ, να πλένει τα αγκιά να τρών οι προυτιβουσιάνοι.

Μι κατιβασμένου του κιφάλι ήρθι πίσου η μπάρμπας στου χουργιό, τουν ρώτσαν οι χουργιανοί. Αρα τι φκιάνει η γιατρός. Τι φκιάνει του γκαβάδ, ταπαράτσι όλα κι πλέν τσιντζιαρέδις κι ταψιά.

Αφού είχι του μυαλό στουν κούτκα ας κάτσι να ψουφήσ του παλιόσκλου.

Σοφία Τσινίκα

Από το 26ο τεύχος (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013) της εφημερίδας «Εν Μικροβάλτω…»

.

Μούγκι μια Μουκριότσα τούχι

Στου παζάρι στα Σέρβια κουντά στου μάτι που είχι νιρό πότζαν τα πράματα οι Μκρουβαλτνοί κι όλα τα γύρου χουριά. Ήρθι μια Μουκριότσα καβάλα στου μπλάρι. Κι μπίτσι κάτ να του ποτίσει.

Ήταν ικεί μια απτου χουργιό μας, τούειδι κι τρώτσι.

-Αμα βάντι κι σεις οι γνέκις τέτχοιου;

-Ναι θειάκου, αρχίντσαμι, μια χαρά, μας ζισταίν.

-Λέλιμ καλότχια σας, πού του πλούν;

-Δεν του πλουν θειάκου, παίρνουμι από δω απ’ του παζάρι άσπρουν αλατζά κι του ράβουμι ιμείς.

- Χαλέβου να μι δειξ να φκιάσου κι γώ.

Αγόρασαν μιάμσι πήχι αλατζά, πήγαν μέσα στου Κουντουντίνα του μπακάλκου, τόκουψι η Μουκρότσα, πήραν κι λάστιχου για τμέση κι έμαθι η Μκρουβαλτνή πώς του φκιάν. Απού τότι αρχίντσαν να του βάν όλις. Μια μέρα η θειάκου η Σπύρινα του ξιαστόχσι όταν τόβγαλι στου φράχτη στουν κήπου τΓκιάτα κι ταραδούσε. Αντρέπουνταν να πει τι αραδάει. Τόμαθι η προυιδρίνα κι έφκιασι κι αυτή. Η πρόιδιρους ήταν στα Σέρβια, ικεί κάθουνταν γιατί ειχάμι στα μέρη μας αντάρτις. Η προυιδρίνα πάει κουντά στΠαπαμήκα του μύλου κι έκαμι μπάνιου μέσα στα κουπάνις απού είχαν νιρό για τα γιδουπρόβατα. Αφού λούσκι κι μπανιαρίσκι τόβαλι κι πάει καθαρή να του ιδεί κι η πρόιδιρους.

Μια μι νάλλη τόμαθαν κι πάιναν αλατζά στ’ θειάκου Νικόλινα νΤσιτσιλουνικόλινα που είχι μηχανή, τα έραβαν κι έτσι συμπουλιάσκαν όλις. Μια μέρα μια θιάκου ανέβκι να κόψει καραγάτσι, έμασι τφούστατς, ξιαστόχσι ότι δεν του είχι βάλει κι φάνγκαν όλα απού κατ. Ήλιγι στ μάναμ. Τι έφκιασα η σαλιά, ξαστόχτσα που δεν τόβαλα κι τάμασα τα σντράνια ως τμέση. Πιρνούσι  κι η παππούς η Τσιουβάκας απού κατ’ κι ίλιγα τι τηράει έτσι αυτός η παππούς;

 

Τι ήταν αυτό που φόρεσαν για πρώτη φορά;

Βρακί με βρακοζούνα και πουδουνάρια.

.

Έφαϊ τα πιτυράδια

 Η θειάκουμ η Αντώνινα η Τσιλιαντώνινα (η Τιρνινού) βγήκι όξου στουν νουβρό απου κάθουνταν οι γναίκις κι αρχίντσι να χουιάζ του τζιουμπάνου.

-Τι έπαθι η ξιπατουμένους άνξι τάντιρουτ.

-Για ποιόν λες μα θειάκου τρώτσι η θειάκου Κουσταντινιά.

-Αχ τι έπαθα γιέμ, μίφιραν έναν αχόρταγου τζιουμπάνου απου σιακάτ απ’ νΑλασόνα, δε μπουρώ να τουν χουρτάσου ψουμί.

-Γιατί μα θειάκου, πόσου τρώει;

-Ένα πλαστάρι σνκατσιά γιέμ κι ένα τυρουφάι τυρί. Κι του ξυνόγαλου ένα διρμάτ τμέρα, τι να φκιάσου γνέκις;

-Φκιάστουν έναν τσέντζιαρ φασούλια να τουν μπιράξν, τλέει η μάναμ.

-Αμα τουν έφκιασα κι δεν έπαθι τίπουτα. Λαλούσι τφλουέρα κι τραγδούσι.

-Μα μάνα δώστουν παχύ λαρδί να γυρίσι η καρδιάτ νείπι η θειάκου η Θανάσου η θυγατέρατς.

Πιάνει κι η θειά μια μπλάνα παχύ λαρδί, τουν πααίνει κι τουν λιέει:

-φάει  απ’ αυτό να χουρτάις, κι άλλου δε σι φέρνου.

Σι δυό μέρις τόφαϊ κι έστειλι χαμπέρι ότι «αν δε μιφέρν φαί κι ψουμί, θα φάου τα πιτυράδια».

-Να φάει τα πουδάριατ κι να σκάσι απιλουήθκι η θειάκουμ.

Πείσμουσι η θειάκου κι όντα πάει να πάρει του γάλα δεν τουν ουμίλτσι ντιπι. Σκώθκι κιαυτός πειζμουμένους κι τλέει:

-μίφιρις μα  τίπουτα να φάου; 

-Να φας πιτυράδια, τουν είπι.

-Τάφαγα κι πνώ κι γω κι τα σκλιά. Χουρταίνει η λύκους μι τα καρκατσέλια; Θα φύγου.

-Να φύγς, να πας οπίσου απ’ τουν ήλιου αχόρταγο, άκσις; Τουν είπι κι η θειάκου.

-Αυτά μέφκιασι γνέκις του βουμπίρκου, κι ξιπατώθκι κι έφυγι.

 

*πιτυράδια: ψωμιά από πίτυρο που ζύμωναν μόνο για τροφή για τα σκυλιά.

Από το 24ο τεύχος (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012) της εφημερίδας «Εν Μικροβάλτω…»

 

Έτσια ήταν του Μικρόβαλτου όταν ήμαν μκρή

Όλα τα σπίτια πάν απ΄ του Τζιαντέ. Αρχινούσι του χουργιό απ’ Τζικάδκις τσ’ αχυρώνις. Κι σιαπάν σιαπάν αρχινούσαν τα Τσιλιάδκα τα σπίτια, πιο σιαπάν ήταν τα Θουδουράδκα κι καταπάν τα Νατσιάδκα. Στ’ ράχη τα Φακάδκα, τα Παπαντουνάδκα κι σιαπίσου τα Καβουράδκα. Παρακάτ τ’ παπά του σπίτ’ κι τα Τζικάδκα. Απ’ κατνή τμηριά ήταν τα Τσιτσιουλιανάδκα, τα Τζιουκάδκα κι τα Σταθάδκα. Στου μισουχώρ’, είχάμι τν ικκλησιά τουν Αϊ Γιώρ. Μόνου τα ντβάρια. Καλά που ήταν του ψιλό καμπαναριό κι καταλάβινις πώς ήταν η ικκλησιά. Τα παλιά καλά σπίτια που ήταν μι μιγάλις νουντάδις κι μι πλάκις πέτρις σκιπασμένα μας τα τσούξαν φουτιά οι τσιακματζμέν’ οι Γιρμανί που να μη φανούν ντίπ . Ικεί κουντά κατά ντρανή τα’ βρύσ’ είχάμι τ’ Πασχάλ’ του σπίτ’. Τι βιουλί ήταν ικίνου απ’ λαλούσι η Πασχάλτς, σιγκαθούσαν κι οι κότις όταν τάκουγαν.

Σιαπέρα στουν άλ’ του μαχαλά τα σπίτια τα Κουτουλάθκα, τα Μπατσιακάδκα, τα Τζιουκάδκα, τα ΄Λιξάθκα, τα Γκουβράδκα κι κουντά σ’ν  Αγιακοίμησ’ ΄ν  ικκλησιά τα Παπαδημουτράδκα. Μας ήλιγι η Σπύρους η Παπαδημητρίου τάχα έσκουζαν ΄ν νύχτα οι πιθαμέν’ κι φουβούμασταν να πιράσουμι. Σ’ν κατηφόρα κάτ’ ήταν η καλή βρύσ’ η Αργασταριά, είχι καλό νιρό η βιριάνκ’, αλλά είχάμι ξιπλατστεί να κουβαλούμι τα φτσέλια μι νιρό.

Του χουριό σώνουνταν τα σπίτια κάτ’ στα Αριδάδκα.

Κι τέλους ήταν του σκουλιό. Τι σκουλιό μωρ’ γνέκις ικατόνπινήντα πιδιά τα διάβαζι μια μ’κρή δασκάλα η κυρ-Νατσιοπούλου Σοφία. Νγκαημέν’, μέχρι μπουλιουμούσαν τα τρανά πιδιά. Τι τράβιξι να μας μάθ’ καμιά κλούτσα γράμματα τβγίκι η ψυχή. Κουβαλούσι κι απου πίσου μας τα ξύλα για τσόμπις γιατί μας έπιφταν του χμώνα μες του χιόν’.

Τι να σας γράψου χουργιανοί, τα Μικρουβαλτνά δεν έχ’ν μουλουγμό. Όλοι όταν ζμπόρζαν θαρούσις άκουις κινέζοι.

¤

Έλα βρέε… βράδυ στ’ αλών'

 Τν αρραβώνιασι η πατέρατς  κι   δεν τούξιρνι ντιπ του πιδί. Ήταν κι απ’ τουν πέρα μαχαλά. Μα ήταν τνείπαν καλό κι ντρουπαλό πιδί. «Καλά πατέρα, αφού ισί του λες καλός θα είνι». Τουν ίγλιπνι καμιά φουρά π’ πιρνούσι απ’ του σουκάκι, αυτό ήταν. Απού αλάργα μούγκι γιατί κι η πατέρατς ήταν πουλύ αυστηρός. Ένα διλνό τουν αλουνάρ του κουρίτσι αλώντζι κατ’ τζικάδκις τσαχιρώνις, μι δυό βόδια κι τναξιάλ στου χέρι, γυρνούσι τα βόδια κι φώναζι άιντι.. πλαλάτι βόδιαμ να του σώσουμι. Κάπουτι κι αλότι γυρνάει του κιφάλι κι γλέπ να πιρνάει η αρραβουνασκόστς. Πάεινι να πάρ τα κατούνια (το ψωμί, το φαγητό) κι να ξαναγυρίσει στα πρόβατα. Έβαλι τότις μια γιρή φουνή στα βόδια: «έλαα, έλαα βρε» κι σιγότιρα «βράδι στ’ αλώνι». Του πιδί κουντουστάθκι, κουκκίντσι κι έφυγι.

Μουργκίζουντας του πιδί μπίτσι απ΄του Θουδουράθκου τουν κήπου κοντά στου κουρίτς κι αγλήγουρα χάθκαν μέσα σναχιρώνα. Ημείς οι μκρές οι πουνηρές που καρτιρούσαμι να ιδούμι τι θα γέν,  πουλλά πουνηρά εβαλάμι μι του μυαλό μας κι γιλούσαμι. Μη λέει η συντρόφτσαμ, «ικεί μέσα τώρα θα γέν του μάλι βράσι…»

¤

Tα έλεγαν οι γιαγιάδες μας

 Άμα λύνουνταν η ποδιά, κάποια θα γεννούσε.

Άμα λίγιαζες (λόξυγκας), κάποιος σε θυμούνταν.

Άμα κάποιος περηφανεύονταν και ήταν κακομοίρης, έλεγαν: Μιλούν όλοι, μιλούν και οι κώ..

Όταν είχαν στεναχώρια και κάποιος τον ζητούσε για δουλειά, έλεγαν: όλα τα βάσανα και του γουμάρ απότστου.

Για τον τσιουμπρό (τσιγκούνη) έλεγαν: αυτός δένει τη γάτα και τρώει.

Για την καλότυχη: μην τηράς του πουδάριμ του στραβό τήρα την τύχη την ίσια.

Για τον τυχερό: αυτός χουρέβ σε στρουμένου σάισμα (τα βρήκε έτοιμα).

Όταν στου φράχτ λαλούσι καρακάξα, κακό χαμπέρι, άμα λαλούσι κίσσα, καλό χαμπέρι.

Για την φρόνιμη κόρη: την έχουμε καπίστρι εμείς, έλεγαν.

Αυτός έχει το μυαλό στον κούτκα, για τον κουτό.

Για τη συμφορά έλεγαν: χόρτασαν χαρές οι οχτροί μας.

Για την άσκημη νύφη έλεγαν: δεν το θέλουμε του κρούπι (τσουκάλι που έπιναν νερό οι κότες).

Για το λαίμαργο: χορταίνει η λύκους μι τα καρκατσέλια;

Για τον άτυχο: αυτός δεν είδε ασπροδόντι (δε γέλασε).

Όταν σκουντάψι του άλογο, όλοι ψόφον το λένε.

Για τον έξυπνο έλεγαν έλα μπράτιμε στου θκός του σπίτ να τρώμι κι στου θκόμ να χουρέβουμι.

Έλεγαν ακόμα: μια καλή νοικουκυρά δυό χουσμέτια έφκιανι, φουκαλνούσι κι έκλ..

Αίνιγμα: ήταν ένας, κόμας ένας, είχαν μια πιτσένια βράκα κι πιτσένια βρακουζούνα, τράβα ο ένας τράβα ο άλλος, πήραν απού ένα πουδουνάρι. Τι είναι;

¤

Ου Ζουντανόχαρος

 Όταν για πρώτη φορά είδαν οι χωριανοί μας ελικόπτερο, ένας παππούς μέσα στου καλαμπούκι φρίθκι απ’ του φόβου τ’ . Πέρα στς Νουφανοί είδι του Ζουντανόχαρου. Είχι μάτια τρανά, σνουρά τρουχούλια κι απ’ ‘ν κλιά τ’ είδι αφνούς. Είχαν γιαλιά στα μάτια κι τράβηξαν κα του χουργιό. Τα πλαλούντας η παππούς πήγι στου χουριό κι αρχίντσι να φουναζ’ . Χουριανοί  κρυφτήτι ήρθι η ζουντανόχαρους. Κι χπούσι νκαμπάνα. Μαζώθκαν όλοι  οι άντροι κι φώναξαν τουν παππά. Νάτς κι αφνοί. Οι χουριανοί τηρούσαν τσανθρώποι που αρχίντσαν να τσλέν τι ήταν.  Μούγκι η παππάς έβγαλι φουνή. Δεν ξέρου τι είνι, τι διαουλικό. Αυτός λέει ότι είνι σαν τρανό άλουγου μι τρουχούλια. Ότι κι να είνι, πάρτι του, του καλό απ’ σας θέλου, γιατί κρύφκι όλου του χουριό. Καλό πράγμα δεν είνι.

Η θειάκουμ’ η Τσιλαντώνινα τα μουλουγούσι.

¤

Η θειάκου η Αντώνινα η Λοιπόνινα

 Δε μπουρώ να του ξιαστουχίσου πόσου έκλαψα. Πήγα μη τμάναμ να αλέσουμι βρίζα στου μύλου τ’ μπάρμπα Αντώνη  τ’ Λοιπόνη. Κουντά στου σταυρό οπίσου απού ένα πουρνάρι τι να ιδούμι, ένα σταυρό μι ξύλα κι σκαμένου χώμα μι πουλλές πέτρις απού ουιπάν. Φρίθκαμι. Πές  η μάναμ Σουφία, πες του Πατιρημών, ιδώ  άνθρουπους είνι παραχουμένους. Κι καβάλα ιγώ στ’  γκέσα μι φουρτουμένα τα σακιά αρχίντσα να του λέου φουναχτά κι χπούσι η καρδούλαμ. Άμα εφτασάμι στου μύλου βγήκι η μπάρμπα Αντώνς κι πήρι ιμένα αγκαλιά κι τα σακιά μι του γέννημα. Στου πιζούλι όξου κάθουνταν η θειάκου η Αντώνινα μι του Μανώλη του μούτου, μι τα μάτια κλαμμένα. Τι έπαθις μα θειάκου; Αχ κουρίτσι μ’ τώρα  του προυί παράχουσα του παλικάρι. Ικεί σιαπάν στου Σταυρό βρήκα ένα πιδί σκουτουμένου,  ζουμένου τα φυσίγγια κι πιταγμένου μέσα στου κέδρου, μούγκι τα πουδάρια τ’ φαίνουνταν, καλά που είχι βρέξει κι έφκιασα τ’ γούρνα μι έναν πάφιλα που βρήκα. Η! καλά λες μα θειάκου, του είδαμι κι ημείς, ποιος ήταν; Μιάς μάνας πιδί κουρίτσι μ’, φαντάρους ή αντάρτς.

Για τη Θειάκου Αντώνινα ήταν πιδί μιάς μάνας.

Πάρα πολλοί χωριανοί πρέπει να το γνωρίζουν. Εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτές ήταν οι μάνες του χωριού μας.

¤

Χριστούγεννα 1948

Έτσια καρτιρούσαμι τα Χριστούγιννα ιμίς τα μκρά τότε.

Σαράντα μέρις δεν αρτενουμάσταν ντιπ. Ετρουγάμι μούγκι  ψουμί κι πράσου, ψουμί κι κρουμίδ. Κουρκούτ μι καμιά χλιαριά λάδι,. Μπλιαγκούρ μούγκι μι νιρό βρασμένου. Κουσιάφι μι  βρασμένα γκόρτσα, στιγνά, χουρίς ζάχαρη. Λάχανα στιγνά, καμιά πίτα μι κάναν κόμπου λάδι. Βρασμένου καλαμπούκι. Έναν τέντσιαρι καλαμπούκι έβραζι η μάναμ. Αμα εκλιβάμι κάνα αυγό απ’ τφουλιά τα πλαλούντας στου μπακάλ για κανα δυό σταφίδις ή μπιμπίλια (στραγάλια). Μκροί τρανοί όλοι αυτά ετρουγάμι ώσπου να έρθει η Χριστός στουν Άγιου Γιώργ τνικλησιά.

Ήλιγα τμάναμ,- πού είνι τώρα μα μάνα η Χριστός; -Α τώρα είνι μέσα σι ένα παχνί, ικεί τουν γέντσι η Παναγία. Κι δεν έχει ούτι προυστιά μι φουτιά να ζισταθεί, τουν ζιστέν τα χνώτα απ’ τα πράματα τα βόδια, τα γαϊδουρούλια, τα μουσχαρούλια. -Γιατί μα μάνα δεν είχι σπίτ; -Γιατί η μάνατ τουν πάινι σι άλλου χουριό κι δεν βρήκι ούτι σπίτ δεν τνάνοιξι καένας μπαναγία και τουν γέντσι σι ένα χάνι. -Κι πότι θα έρθι στου χουριό μας; -Α τώρα ξικίντσι μι ένα κτσό γουμάρι τουν φέρνει η μάνατ, γι’ αυτό άρξαν να έρθν.

Όταν κόντιβαν τα Χριστούγιννα μας ήλιγαν. -Α, τώρα είνι σμά στου Μόκρου (Λιβαδιρό), ταχιά θα έρθει πίσου απ’ του Αιλιά. Πιρνούσαν κάμπουσις μέρις, -τώρα πού είνι μάνα; -Τώρα κατέφκι στα ισιώματα, ταχιά στα τσακνάδκα τα χουράφια κι τα κόλιαντρα που θα τουν τραγδίστι θα τουν φέρει η μάνατ μέσα σνικλησιά. Θα χτυπήσ’ η παπάς γκαμπάνα, θα πάμι όλοι σνικλησιά κι ύστρα στου σπίτι θα φάτι όσου κριάς χαλέβ η κλιά σας. Η τράπιζους μι του ταψί όλη μέρα θα είνι καταή γα να τρώτι του κριάς ψημένου απ’ του γουρούν που εσφαξάμι. Τι χαβάδια κι χαρές είχαμι όλα τα πιδιά παινάμι κουντά στου φούρνου, καθουμάσταν να χουρτάσουμι μούγκι απ’ τμυρουδιά. Όταν απουλνούσι η νηκλησιά τα πλαλούντα στου σπίτι, χλιάρι κι τόπου γιατί καθουμάσταν όλοι γύρου απ’ τουν τράπιζου. Τι δεν είχι του τραπέζι εκείνο. Ετρουγάμι τόσου πουλύ που όλα ειχάμι διάρροια κι γιόμζαν τα σουκάκια (απού άλλις μυρουδιές).

Αχ και να ερχότανε τα χρόνια εκείνα πίσω… ένα σπίτι, ένα καλύβι… γεμάτο γέλια και χαρές .

Με πήραν τα κλάματα που τα θυμάμαι...

¤

Η ομπρέλα

 Μιράκι τούχει η θιάκου η Λένου (η μάνα μου) να ρθει στ΄ Σαλουνίκη. Πήρε τρία λιουφουρία, ένα ταξί, μπήκε στο ασανσέρ και μετά στη γκαρσονιέρα.

Τι  μι φκιάντς μα κουρίτσι μ΄ μι λέει απού κουτί σε κτι μι βάντς. Ιγώ ήρθα να γκιζιρίσου. Όταν βγήκε στη βεράντα, 6ος όροφος, αρχίντσι να φουνάζει: – Λέλιμ πώς αντραλίζουμι, καλά μα, σναϊτουφουλιά μίφιρις;

Την πήγα, είδε θάλασσα, την άλλη μέρα και στην αγορά.

-Μπά, λουιουν τουλουιού πράγματα πλούν ιδώ, έχν παράδις. Θέλου μορ κουρίτσι μ’ κι ιγώ ένα δώρου, μια αμπρέλα, μου λέει. –Τι μα, μούγκι η δασκάλα η Σουφία θα έχει;

Όταν έφυγε στο χωριό παρακαλούσε την Κυριακή να βρέξει. Έλα που η αφύσκιους η κύριους δεν έβριχι. Μια Κυριακή αρχίντσι να πέφτει βρουχή μι του διρμίν. Χάρκι η Θιάκου Λένου, έβαλι γκαλή μπουδιά, του μαντήλι, πήγι στου παραθύρι τσθιάκου Νικόλινας.

-Μο Νικόλινα, άμα, σήκου  να πάμι σνικκλησιά. –Χαζόθκις μα, απαντάει η θειάκου, μι αυτό του καθόρι δεν παένου. -Έβγα μα να ιδεις τι έχου. Τηράει η θειά. -Αμά πού ντβρίκις; -Απ’ Τσαλουνίκη νήφιρα.

Τσακώθκαν αγκαζέ κι πήγαν. Έλα όταν έφτασαν δε μπουρούσαν να νκλείσν τνουμπρέλα. Και την άφησαν ανοιχτή μέσα στο καμπαναριό. Σιλουή που είχι η θειάκου Λένου. Μέσα όξου πάινι να μην πάρει καένας νουμπρέλα. Έφυγαν πάλι καμαρουτές κι οι δυό, αλλά σου σπίτι δεν έκλεινι πάλι η ουμπρέλα. Ν΄απαράτσι ανοιχτή μέσα στ΄ αχούρι. Κι λέει –τφιγούραμ νέκανα, δε μπάνα μην κλείεις ντιπ καμιά φουρά.

¤

Μπάνιου στ’ Γκουρτσουπούλα

 Μας έφαγι η ζέστα, λιβακόθκαμι. Καμιά δικαριά συντρόφτσις καθομάσταν στ΄Χαϊνταροκώτσιου του σπίτι, που είχι ίσκιου. Η Φώτου έρξι νιδέα. Άμα χαζές δεν παένουμι κιμείς πίσου στου Βιρό (γούρνα) στ’ Γκουρτσουπούλα  να χαραπαντούμι, να κρυώσει του κουρμί μας. Τι μούγκι τα πιδιά παέν Στς Μάρους κι κάν μπάνιου. Κι πιριφανεύουντι. Η Σπύρους ήλιγι τάχατις έκανι μπάνιου μι μια τρανή μπράσκα (βάτραχος) αγκαλιά, που έβγανι κι γαλάζιου νιρό απ’ του στόμα κι δε φουβήθκι ντιπ. Κι η Σταθτς, λέι Σταμούλου, η αδιρφός μ’, μι μια τρανή νιρουφίδα κλουριασμένη στα πουδάρια τ΄. Κι η Δυσέας η θκός μας, λέει η άλλη. Κόλτσαν σ’ όλου του κουρμί βδέλις κι τουν ρουφούσαν του αίμα.

Μέσα στου καταμισίμιρου εφτασάμι στου Βιρό, εβγαλάμι όλα τα στράνια μας κι μπίτσαμι μέσα. Πάγουσαν μια χαρά τα κουρμιά μας. Τα ρούχα μας τάφκαμι ουιπάν στα κλουνάρια, στα κλαδιά. Όταν βγήκαμι να φύγουμι δεν τα βφήκαμι. Λέλιμ τι να φκιάσουμι, αρχίντσαμι να κλαίμι. Τα πιδιά μας πήραν απ’ του κουντό χουρίς να ξέρουμι. Βγήκι η Βασιλάκς κι μας λέει. Άμα δεν αντρέπιστι γκουτζιάμ κουρίτσια να ξιτσαρέβιστι. Τώρα θα παένου να χπήσου νγκαμπάνα να γιλάσει όλου του χουργιό. Η Γιάνου που δεν είχι βγάλ τα στράνια όλα, βγήκι στου Κουκινόι κι φουνάζει. Ω μάνα, ηλάτι, τα πιδιά μας πήραν τα στράνια κι ήμιστι γκόλιαβις. Άξι η θειάκου Κουσταντινιά που είχι κουντά του αμπέλι κι πήγι του χαμπέρι στου χουργιό. Αρχίντσαν να πλαλούν οι μάνις μας κι να λεν: καλά πιδιά τι εφκιασέτι, φέρτι μας τα στράνια απ’ τα κουρίτσια. Η θειάκου Θανάσου αρχίντσι να τπουλιουμάν. Κι έφυγαν αφού μας έκαναν μπανιστήρι καμιά δυο ώρες.

¤

Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει...

Μη ήλιγι τσπρουάλις μιά συντρόφσαμ’  χουργιανή μας, που είναι παντριμέν σ’ άλλου χουριό. Τα πιδιάτς δε χαλέβν ντιπ να παένουν στου Μικρόβαλτου. Τι να χαλέβν μα χαζιά αφού δεν γιννήθκαν στου χουριό; Τι να θμούντι αυτά; Τα τσιουκάνια απ’ τα πρόβατα, τα μαντριά, τα πουρνάρια, τα κλαδιά, τα κριάκουρα, τα βαλάνια, τα κράνα, τα γκρέγκουρτσα, χόριψαν μα αυτά στα αλώνια;  Έπιξαν τα φλιούρια, τα γκουργκόλια, κλιφτουρίτσα, του δεν τσακώνου ξύλου; Έκαναν ντραμπάλα; έπιξαν σου χιόν μι τα γουρνουτσάρχα να γιουμόζν νιρό κι να πλιακουτούν  όταν πλαλούσαν; Τι χαλέβς τώρα να πουνούν του χουριό; Α ρώτα μα φουκαρίνα ημάς τστρανές  που μόλις κάνουμι κατά σιαπάν κι διαβούμι τσκατιρήντς του λάκκου πώς  χπάει  η καρδιά μας απού πόνου κι χαρά. Ξέρς που όλα μας καλουσουρίζν κι μας χιριτούν κνούντας τα κλουνάρια, οι κρανιές, οι πουρναρές, τα κλαδιά, τα λούδια, όλα μα είνι θκά μας, χαμπαρίηζ ή όχι φτάνουμι στου σταυρό κι θυμούμαστι τουν παππού τουν Τράτσα (Θεοχάρης) που πάλιψι μα μι του λύκου κι τουν έπνιξι του λύκου, τέτοιου παληκάρ ήταν, κι στα παλιάμπιλα που μαζουνάμι  βαλάνια για τα γουρούνια να τρων να βάζν κριάς για να τα σφάζουμι τα Χριστούγιννα. Ή που εβαζάμι σναγιασουφιά του αυτί μας για νακούσουμι ψαλτάδις γιατί μπάτσι η νικκλησιά για να μην νκάψν οι Τούρκοι. Ή τα αρνούλια που βέλιαζαν απ’ τα μαντριά του Γκιάτα κι απ’ τα θκά μας ζπιστηρές όταν εβαζάμι πέτρις να ανάψουμι του καντήλλι στου ξουκκλίς που ήταν σνάκρια στου δρόμου, κι παραπάν που ήταν η κακιά σκάλα κι έτριμαν να πιράσν και τα βόδια, τα γουμάρια, μιά πατλιά δρόμους ήταν. Θα ξιχάσουμι μα συντρόφσα του κρύου νιρό τσάγκαρ του μπγιάδ και στα γκιουφύρια σμά στου χουριό που απουπάν έπλιναν οι γνέκις κι μεις λίγου πιό σιακάτ επινάμι νιρό κι δεν παθινάμι τίπουτα τα ξιπατουμένα, μας φύλαγι η Θιό΄ς ήλιγι η μάναμ. Στ’  Ατσιάνη του χουράφ που ματουνάμι τα χέρια μας να μαζώνουμι βατσινόμουρα, τα ξιαστόχσις κι τότις μι τα ηρουπλάνα που έριχναν στου χουριό τρανές ουβίδις κι μεις κρυβουμάσταν κάτ στου μκρό του γκιουφύρ, τάζησαν μα αυτά τα πιδιά μας να χαλέβν να παέν; Ντιπ χαζιά είσι κι κάντς πως ταχα δεν καταλαβέν,τς. Οι Μκρουβαλτνές μα έχν μυαλό κι δεν τα ρίχν βάρους τα πιδιά, τ’ άκσις; Τα θκά μας τα γκιζέρια δεν τάχουν τώρα τα πιδιά, να γυρνούν όλ’  τμέρα κι να μη τα χαλέβν οι μάνις...

¤

Το τσιρλοσάπουνο

Για απαλά μεταξένια μαλλιά…

Ένα σαπούνι βιολογικό, καθαρό από κασταλαή και χοιρινό λίπος (λίγδα) και διάφορα απομεινάρια απ’ το γουρούνι.

Εκτέλεση

Σε ένα γαλίκι (κουφίνι) έβαναν πέντε τενεκέδες στάχτη. Έκαναν μία λακκούβα στη μέση και έριχναν μέσα κάθε μέρα δυό οκάδες νερό. Το νερό έσταζε σιγά σιγά μέσα σε ένα καζάνι. Το νερό αυτό το έλεγαν κασταλαή ή μούρτσι. Μια βδομάδα το άφηναν να στάζει. Ανάλογα την ποσότητα που ήθελαν, μάζευαν και το νερό. Μετά, μέσα σ’ αυτό το νερό έριχναν τα απομεινάρια του χοιρινού και το έβραζαν στο καζάνι δύο και τρεις ημέρες, ώσπου να γίνει ένας πολτός σαν κρέμα. Μετά το έριχναν και μια οκά ποτάσα που αγόραζαν από τα Σέρβια. Έπειτα το μοίραζαν μέσα στις θήκες του πνακωτού και το άφηναν να ξεραθεί τόσο όσο να μπορούν να το κόψουν σε καλούπια. Άμα δεν έπηζε αρκετά, το χρησιμοποιούσαν σαν κρέμα έτσι ρευστό (σαν τσίρλα). Με αυτό το σαπούνι έπλεναν τα ρούχα και μας έλουζαν οι μανάδες μας. Ήταν το καλύτερο σαμπουάν.

Τη συνταγή μου την έδωσε η θειά μου η Ευθυμία Τζιούτζιου Γουλιό.

¤

Το τρανό το Ανήλιο κι οι διαόλ'

 Ίλιγαν οι τρανοί ότι τάχατις στου τρανό του Ανήλιου έβγιναν οι διαόλ-. Ικεί είχαν τ’ φουλιά τς.

Ένα βράδ’ η παππούς η Τσιουβάκας (Χαρισόπουλος Χαρίσης) έχασι ένα ζγούρ’ κι απ’ τ’  μπατά απού είχι  τα μαντριά πήρι του γουμάρ κι αρχίντσι να πλαλάει νύχτα να του βρεί. Έφτασι τσ’ βαμπακές, άφκι του γουμάρ, πήρι του γκατήφουρου να του βρεί. Απόστασι κι έκατσι αντίκρια απ’ του τρανό του Ανήλιου. Κι αντί τ’ αρνί,  άμπλαξι τσδιαόλ-. Ήταν πουλύ φόβγ’ οι διαόλ-. Άλλους είχι τνουρά στμύτ, άλλους τρία κιφάλια, πέντι πουδάρια, τέσσιρα μάτια, τρανά αυτιά, νύχια κι δόντια τρανά, ήταν γουστόζια τα διαόλια. Αρχίντσαν να μπουρταλέβουντι μπρουστά τ’  να τουν κάν σιακάδια, να τουν γκαναταλνούν για να βγάλ’  φουνή να του  μπάρν  τφουνή κι να είνι μούτους. Η πάππους του ήξιρνι κι μούλουνι. Σκώθκι να πιρπατίσι κι  αντραλίζουνταν. Ζβάρνα ζβάρνα έφτασι τσβαμπακές κι οι διαβόλ- απού κουντά τ’. Τουν έβαζαν τουν κατέβαζαν πτου γουμάρ κι τουν πάιναν τραγδούντας. Οι μκροί οι διαόλ ανέβιναν στου γουμάρ άλλους σνουρά άλλ’ στα καπούλια για να τουν ρίξν κάτ’. Η παππούς τσακώνουνταν γιρά κι όταν του γουμάρ’ αρχούσι  να πιρπατάει του σταματούσαν κι του ήλιγαν «ότσικου γουμάρ’ μι τρακούλ» (είχι ένα τρακούλι -κουδουνάκι- στου λιμό). Δεν τα χούιαζι η παππούς τα διαόλια, τα έκανι χάζ’, είχαν χαβάδια,  αλλά η παππούς δεν άνοιγι του στόμα τ’ . Του γουμάρ’ ήταν κι αυτό παταρισμένου απ’ του  φόβου τ’. Σιόλου του δρόμου η παππούς ήλιγι του Άγιους Θιός, αυτά τα αφύσκα τα διαόλια δεν έφιβγαν. Όταν τουν ήφιραν κουντά στου χουριό κουντά στ’ Ατσιάν’ του χουράφ’  λάλτσι η κόκουτας κι μουνάχα τότι έφυγαν οι διαόλ-.

Έφτασι η παππούς στου σπίτ’ ντιπ σιουρτζμένους, τάπι ζμπάμππου τΧαρίσινα κι έπισι άρρουστους στου σάισμα. Η μπάμπου ήφιφι τουν παπά κι τουν διάβασι. Κι απού τότι απου πουλύ αλάργα ήγλιπνι του τρανό του Ανήλιου.

¤

Αδικίες στον εμφύλιο

 Ένας παππούς απ’ του Ρύμνιου η μπάρμπα Στέργιους απού είχι ένα πιδί απ’ του ίλιγαν Παύλου (δε θυμάμαι κάτι άλλο), πήρι του μπλάρι κι πάινι στου Τρανόβαλτου να πάρει καλαμπούκι.

Κουντά στου χουργιό μας στου μαναχό τ’  αμπέλι ίδι αφνούς, ήταν τρεις. «Πού πας;» τουν λέν, «στου Τρανόβαλτου», «τι είσι διξιός ή αριστιρός;». Η παππούς τσίδι μι παλιά τφέκια, λέει «άι, αντάρτις θα είνι» κι τσλέι «αριστιρός πιδιά». Τουν τραβούν ένα ξύλου «για να μάθτ»ι τουν λέν.

Βαριμένους η καημένους φτάνει κουντά στου Τρανόβαλτου, ικεί τουν σταυρών καμπόσοι είχαν κινούργια όπλα. «Διξιοί θα είνι», λέει απού μέσα τ’. «Πού πας, τι  είσι, δεξιός ή αρισστιρός;». «Διξιός πιδιά μ’». Τουν έδουκαν κι αυτοί σπρουξιές κι κλουτσιές.

Φτάνει στου μισουχώρ στου Τρανόβαλτου κι πέφτει καταή. «Αμάν, τι έπαθις, τι είσι » τουν λέν οι Τρουβαλτνοί, «διξιός ή αριστιρός». Κι η μπάρμπας: «κι απ’ τα δυό πιδιά μ’, βαράτι».

¤

Όταν ήρθι  η  βασίλισσα  Φρειδιρίκη

Στου Μκρόβαλτου θα έρχουνταν η βασίλισσα η Φρειδιρίκη.

Έδουκι διαταγή η μπάρμπα Κώτσιους η γραμματέας (Κων/νος Νατσιόπουλος) να  ασβιστώσν όλ’ τς  δρόμοι κι να φουκαλίσν γιατί  θα πιρνούσι η βασίλισσα.

Τνώρα ικίν απού έφτασι η βασσίλσσα κουντά στα τσιλιάδκα τα σπίτια μι του τζίπ, έλαχι να πιράσι μι του γουμάρι φουρτουμένου η μπάρμπα Γιάνντς η Τσιάκαλους (Ιωάννης Χαρισόπουλος). Τότις του αφύσκου του γουμάρ  χάλιψι να βουνήσ’ . Η μπάρμπα Γιάνντς άρπαξι του διρμόνι  απ’ τ’ μάνα μ’ που πιρνούσι κι τόβαλι κι τάκανι του γουμάρ για να μη  λιαρώσει του δρόμου.

Η μάνα μ’ ήρθι μι του  διρμόνι γιουμάτου βουνιές κι φώναζι.  «Λέλι μ΄ τι μέφκιασι η Τσιάκαλους»

Αυτό του έμαθι η γραμματέας κι για να τουν ιφχαριστήσ’ τουν Τσιάκαλου, τουν έδουκι ένα πακέτου τσιγάρα.

Κι η μπάρμπα Γιάνντς τουν λέει: «Αρα δεν αντρέπισι, ένα πάκου τσιγάρα για ένα διρμόνι σκ…ά , τόσου λίγου μι του πλερώντι;»

¤

Τ’ Σιλιμάν του κθάρ κι του μαϊμούν

 Όταν ρώτησα τη μάνα μου γιατί ονομάζουν έτσι αυτό το μέρος, μου απάντησε. Μουλουγούσαν κουρίτσιμ οι παπούδις ότι ένας Τούρκους Αγάς μι αυτό το όνομα έσπιρι κθάρι η αντίχριστους κι δεν βγήκι ντίπ. Δεν του βλόγσι η Θιός. Όλοι μας γνωρίζουμε πού  είνι το μέρος αυτό. Έχουμι κιλστί στα χουρτάρια, έχουμι πιάσει μπακακούλια, βδέλις απ’ του λάκου κι εφκιανάμι γούρνις τρανές μι νιρό. Έβανάμι μέσα τζκαχιλώνις κι γιλούσαμι πώς κολυμπούσαν. Είχι κι έναν όχτου μι μια τρανή χαράδρα σαν στόμα ανοιχτό κοιτούσι κατά του δρόμου. Καένας δεν μπουρούσι να πάει μέσα, όλοι φουβούνταν γιατί τάχα είχαν μέσα φουλιές τα όρνια, τα λιλέκια, καρακάξις, τρανά φίδια, νυχρτιρίδες, κουκουβάγιες κι ένα μαϊμούν που είχι τρανά τσιλουτά αυτιά, μκρή νουρά, ήταν σαν πλαρούλ κι έπιρνι απ’ του κουντό τνύχτα όποιουν πιρνούσι απ’  του δρόμου, κι σταλήθεια, ένα βράδυ μουργίζουντας ένα πιδί του ίδι. Αρχίντσι του πιδί να λέει του πατιριμών, να πλαλάει του πιδί, να πλαλάει κι του μαϊμούν κι πιθαμένου έφτασι του πιδί στου σπίτι απ’ του φόβουτ. Μούγκι που του μαϊμούν ήταν του πλαρούλι του μπάρμπα Βασίλη (του πατέρα μου) που πριν λίγη ώρα πέρασε με τη γαϊδουρίτσα τη Γκέσα κι του πλαρούλ έμεινε πίσω κι πλαλούσι να βρει τμάνατ.

¤

Για μια μπλάνα μπακαλιάρου

Φώναξι η μάναμ μό! Νικόλινα τάμασις τ’ αυγά να πάμι ταχιά στου παζάρ στα Σέρβια να πάρουμι λάδ γκάζ άλας κι μπακαλιάρου; Να μην ξιαστουχίις κι δε σκουθείς χαραή.

Σκόθκι χαραή η θιάκου Νικόλινα, φώναξι τμάναμκι τθιάκουμ Μπανάγιου κι καβάλα στα γουμάρια μι τα τσάκια άδεια κι τα καλάθια γουμάτα αυγά, πήραν τστράτα για του παζάρ. Πιρνούσαν απ’ τα ξουκκλίσια κι ήλιγαν λέλειμ Παναΐαμ να πλήσουμι τ’ αυγά κι να πάρουμι κι λίγου μπακαλιάρου γιατί ταχιά είνι του βαγκιλτζμού (Ευαγγελισμού).

Ντι κι ούστ, τα γουμάρια πέρασαν τμαύρη ράχη, τσΚαλδάδις του χουριό, έφτασαν στσπόρτις, στου μάτι πότσαν τα γουμάρια, νίφκαν  κι α σιακάτ σιακάτ, πήγαν στου παζάρ. Πούλτσαν τα αυγά, πήραν αυτά που ήθιλναν κι λίγα ζαχαράτα κι σταφίδις, μπιμπίλια για τα κούτσκα. Ανέφκαν στα γουμάρια, είχαν κι τα τσάκια γιουμάτα κι αρχίντσαν να λέν πώς θα φκιάσν ταχιά του μπακαλιάρου.

Λέλεμ!, λέει μια θειάκου, μα ιγώ δεν τουν έχου του μπακαλιάρου μες του τσάκ. Η! τουν ξαστόχτσα στου μαγαζί. Κι αρχίντσι να χπάει του γουμάρι κι γύρσι πίσου. Λέει  μουρή γνέκις, αν σας σταυρώσει η πιθιράμ,, να πήτι ότι μι πουνούσι του πουδάρι κι έρχουμι μι τα πουδάρια, γιατιαυτό άρξα. Βρήκι του μπακαλιάρου στου μαγαζί κι ήρθι νύχτα στου χουργιό.

 
Σελίδα 1 από 10
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack