www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Μκρουβαλτνά Σιακάδια [ΙΔΙΩΜΑ] Εκτύπωση
Κυριακή, 17 Ιανουάριος 2010 01:40

 

Μκρουβαλτνά Σιακάδια (Αστεία)

της Σοφίας Τσινίκα-Τέλιου

 

Έτσια ήταν του Μικρόβαλτου όταν ήμαν μκρή

Όλα τα σπίτια πάν απ΄ του Τζιαντέ. Αρχινούσι του χουργιό απ’ Τζικάδκις τσ’ αχυρώνις . Κι σιαπάν σιαπάν αρχινούσαν τα Τσιλιάδκα τα σπίτια, πιο σιαπάν ήταν τα Θουδουράδκα κι καταπάν τα Νατσιάδκα. Στ’ ράχη τα Φακάδκα , τα Παπαντουνάδκα κι σιαπίσου τα Καβουράδκα. Παρακάτ τ’ παπά του σπίτ’ κι τα Τζικάδκα. Απ’ κατνή τμηριά ήταν τα Τσιτσιουλιανάδκα , τα Τζιουκάδκα κι τα Σταθάδκα. Στου μισουχώρ’, είχάμι τν ικκλησιά τουν Αϊ Γιώρ. Μόνου τα ντβάρια. Καλά που ήταν του ψιλό καμπαναριό κι καταλάβινις πώς ήταν η ικκλησιά. Τα παλιά καλά σπίτια που ήταν μι μιγάλις νουντάδις κι μι πλάκις πέτρις σκιπασμένα μας τα τσούξαν φουτιά οι τσιακματζμέν’ οι Γιρμανί που να μη φανούν ντίπ . Ικεί κουντά κατά ντρανή τα’ βρύσ’ είχάμι τ’ Πασχάλ’ του σπίτ’. Τι βιουλί ήταν ικίνου απ’ λαλούσι η Πασχάλτς, σιγκαθούσαν κι οι κότις όταν τάκουγαν.

Σιαπέρα στουν άλ’ του μαχαλά τα σπίτια τα Κουτουλάθκα, τα Μπατσιακάδκα, τα Τζιουκάδκα, τα ΄Λιξάθκα, τα Γκουβράδκα κι κουντά σ’ν  Αγιακήμησ’ ΄ν  ικκλησιά τα Παπαδημουτράδκα. Μας ήλιγι η Σπύρους η Παπαδημητρίου τάχα έσκουζαν ΄ν νύχτα οι πιθαμέν’ κι φουβούμασταν να πιράσουμι. Σ’ν κατηφόρα κάτ’ ήταν η καλή βρύσ’ η Αργασταριά, είχι καλό νιρό η βιριάνκ’, αλλά είχάμι ξιπλατστεί να κουβαλούμι τα φτσέλια μι νιρό.

Του χουριό σώνουνταν τα σπίτια κάτ’ στα Αριδάδκα.

Κι τέλους ήταν του σκουλιό. Τι σκουλιό μωρ’ γνέκις ικατόνπινήντα πιδιά τα διάβαζι μια μ’κρή δασκάλα η κυρ-Νατσιοπούλου Σοφία. Νγκαημέν’, μέχρι μπουλιουμούσαν τα τρανά πιδιά. Τι τράβιξι να μας μάθ’ καμιά κλούτσα γράμματα τβγίκι η ψυχή. Κουβαλούσι κι απου πίσου μας τα ξύλα για τσόμπις γιατί μας έπιφταν του χμώνα μες του χιόν’.

Τι να σας γράψου χουργιανοί, τα Μικρουβαλτνά δεν έχ’ν μουλουγμό. Όλοι όταν ζμπόρζαν θαρούσις άκουις κινέζοι.

¤

Έλα βρέε… βράδυ στ’ αλών

Τν αρραβώνιασι η πατέρατς  κι   δεν τούξιρνι ντιπ του πιδί. Ήταν κι απ’ τουν πέρα μαχαλά. Μα ήταν τνείπαν καλό κι ντρουπαλό πιδί. «Καλά πατέρα, αφού ισί του λες καλός θα είνι». Τουν ίγλιπνι καμιά φουρά π’ πιρνούσι απ’ του σουκάκι, αυτό ήταν. Απού αλάργα μούγκι γιατί κι η πατέρατς ήταν πουλύ αυστηρός. Ένα διλνό τουν αλουνάρ του κουρίτσι αλώντζι κατ’ τζικάδκις τσαχιρώνις, μι δυό βόδια κι τναξιάλ στου χέρι, γυρνούσι τα βόδια κι φώναζι άιντι.. πλαλάτι βόδιαμ να του σώσουμι. Κάπουτι κι αλότι γυρνάει του κιφάλι κι γλέπ να πιρνάει η αρραβουνασκόστς. Πάεινι να πάρ τα κατούνια (το ψωμί, το φαγητό) κι να ξαναγυρίσει στα πρόβατα. Έβαλι τότις μια γιρή φουνή στα βόδια: «έλαα, έλαα βρε» κι σιγότιρα «βράδι στ’ αλώνι». Του πιδί κουντουστάθκι, κουκκίντσι κι έφυγι.

Μουργκίζουντας του πιδί μπίτσι απ΄του Θουδουράθκου τουν κήπου κοντά στου κουρίτς κι αγλήγουρα χάθκαν μέσα σναχιρώνα. Ημείς οι μκρές οι πουνηρές που καρτιρούσαμι να ιδούμι τι θα γέν,  πουλλά πουνηρά εβαλάμι μι του μυαλό μας κι γιλούσαμι. Μη λέει η συντρόφτσαμ, «ικεί μέσα τώρα θα γέν του μάλι βράσι…»

¤

Tα έλεγαν οι γιαγιάδες μας

Άμα λύνουνταν η ποδιά, κάποια θα γεννούσε.

Άμα λίγιαζες (λόξυγκας), κάποιος σε θυμούνταν.

Άμα κάποιος περηφανεύονταν και ήταν κακομοίρης, έλεγαν: Μιλούν όλοι, μιλούν και οι κό..

Όταν είχαν στεναχώρια και κάποιος τον ζητούσε για δουλειά, έλεγαν : όλα τα βάσανα και του γουμάρ απότστου.

Για τον τσιουμπρό (τσιγκούνη) έλεγαν: αυτός δένει τη γάτα και τρώει.

Για την καλότυχη: μην τηράς του πουδάριμ του στραβό τήρα την τύχη την ίσια.

Για τον τυχερό: αυτός χουρέβ σε στρουμένου σάισμα (τα βρήκε έτοιμα).

Όταν στου φράχτ λαλούσι καρακάξα, κακό χαμπέρι, άμα λαλούσι κίσσα, καλό χαμπέρι.

Για την φρόνιμη κόρη: την έχουμε καπίστρι εμείς, έλεγαν.

Αυτός έχει το μυαλό στον κούτκα, για τον κουτό.

Για τη συμφορά έλεγαν: χόρτασαν χαρές οι οχτροί μας.

Για την άσκημη νύφη έλεγαν: δεν το θέλουμε του κρούπι (τσουκάλι που έπιναν νερό οι κότες).

Για το λαίμαργο: χορταίνει η λύκους μι τα καρκατσέλια;

Για τον άτυχο: αυτός δεν είδε ασπροδόντι (δε γέλασε).

Όταν σκουντάψι του άλογο, όλοι ψόφον το λένε.

Για τον έξυπνο έλεγαν έλα μπράτιμε στου θκός του σπίτ να τρώμι κι στου θκόμ να χουρέβουμι.

Έλεγαν ακόμα: μια καλή νοικουκυρά δυό χουσμέτια έφκιανι φουκαλνούσι κι έκλ..

Αίνιγμα: ήταν ένας, κόμας ένας, είχαν μια πιτσένια βράκα κι πιτσένια βρακουζούνα, τράβα ο ένας τράβα ο άλλος, πήραν απού ένα πουδουνάρι. Τι είναι;

¤

Ου Ζουντανόχαρος

Όταν για πρώτη φορά είδαν οι χωριανοί μας ελικόπτερο, ένας παππούς μέσα στου καλαμπούκι φρίθκι απ’ του φόβου τ’ . Πέρα στς Νουφανοί είδι του Ζουντανόχαρου. Είχι μάτια τρανά, σνουρά τρουχούλια κι απ’ ‘ν κλιά τ’ είδι αφνούς. Είχαν γιαλιά στα μάτια κι τράβηξαν κα του χουργιό. Τα πλαλούντας η παππούς πήγι στου χουριό κι αρχίντσι να φουναζ’ . Χουριανοί  κρυφτήτι ήρθι η ζουντανόχαρους. Κι χπούσι νκαμπάνα. Μαζώθκαν όλοι  οι άντροι κι φώναξαν τουν παππά. Νάτς κι αφνοί. Οι χουριανοί τηρούσαν τσανθρώποι που αρχίντσαν να τσλέν τι ήταν.  Μούγκι η παππάς έβγαλι φουνή. Δεν ξέρου τι είνι, τι διαουλικό. Αυτός λέει ότι είνι σαν τρανό άλουγου μι τρουχούλια. Ότι κι να είνι, πάρτι του, του καλό απ’ σας θέλου, γιατί κρύφκι όλου του χουριό. Καλό πράγμα δεν είνι.

Η θειάκουμ’ η Τσιλαντώνινα τα μουλουγούσι.

¤

Η θειάκου η Αντώνινα η Λοιπόνινα

Δε μπουρώ να του ξιαστουχίσου πόσου έκλαψα. Πήγα μη τμάναμ να αλέσουμι βρίζα στου μύλου τ’ μπάρμπα Αντώνη  τ’ Λοιπόνη. Κουντά στου σταυρό οπίσου απού ένα πουρνάρι τι να ιδούμι, ένα σταυρό μι ξύλα κι σκαμένου χώμα μι πουλλές πέτρις απού ουιπάν. Φρίθκαμι. Πές  η μάναμ Σουφία, πες του Πατιρημών, ιδώ  άνρθουπους είνι παραχουμένους. Κι καβάλα ιγώ στ’  γκέσα μι φουρτουμένα τα σακιά αρχίντσα να του λέου φουναχτά κι χπούσι η καρδούλαμ. Άμα εφτασάμι στου μύλου βγήκι η μπάρμπα Αντώνς κι πήρι ιμένα αγκαλιά κι τα σακιά μι του γέννημα. Στου πιζούλι όξου κάθουνταν η θειάκου η Αντώνινα μι του Μανώλη του μούτου, μι τα μάτια κλαμμένα. Τι έπαθις μα θειάκου; Αχ κουρίτσι μ’ τώρα  του προυί παράχουσα του παλικάρι. Ικεί σιαπάν στου Σταυρό βρήκα ένα πιδί σκουτουμένου,  ζουμένου τα φυσίγγια κι πιταγμένου μέσα στου κέδρου, μούγκι τα πουδάρια τ’ φαίνουνταν, καλά που είχι βρέξει κι έφκιασα τ’ γούρνα μι έναν πάφιλα που βρήκα. Η! καλά λες μα θειάκου, του είδαμι κι ημείς, ποιος ήταν; Μιάς μάνας πιδί κουρίτσι μ’, φαντάρους ή αντάρτς.

Για τη Θειάκου Αντώνινα ήταν πιδί μιάς μάνας.

Πάρα πολλοί χωριανοί πρέπει να το γνωρίζουν. Εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτές ήταν οι μάνες του χωριού μας.

¤

Χριστούγεννα 1948

Έτσια καρτιρούσαμι τα Χριστούγιννα ιμίς τα μκρά τότε.

Σαράντα μέρις δεν αρτενουμάσταν ντιπ. Ετρουγάμι μούγκι  ψουμί κι πράσου, ψουμί κι κρουμίδ. Κουρκούτ μι καμιά χλιαριά λάδι,. Μπλιαγκούρ μούγκι μι νιρό βρασμένου. Κουσιάφι μι  βρασμένα γκόρτσα, στιγνά, χουρίς ζάχαρη. Λάχανα στιγνά, καμιά πίτα μι κάναν κόμπου λάδι. Βρασμένου καλαμπούκι. Έναν τέντσιαρι καλαμπούκι έβραζι η μάναμ. Αμα εκλιβάμι κάνα αυγό απ’ τφουλιά τα πλαλούντας στου μπακάλ για κανα δυό σταφίδις ή μπιμπίλια (στραγάλια). Μκροί τρανοί όλοι αυτά ετρουγάμι ώσπου να έρθει η Χριστός στουν Άγιου Γιώργ τνικλησιά.

Ήλιγα τμάναμ,- πού είνι τώρα μα μάνα η Χριστός; -Α τώρα είνι μέσα σι ένα παχνί, ικεί τουν γέντσι η Παναγία. Κι δεν έχει ούτι προυστιά μι φουτιά να ζισταθεί, τουν ζιστέν τα χνώτα απ’ τα πράματα τα βόδια, τα γαϊδουρούλια, τα μουσχαρούλια. -Γιατί μα μάνα δεν είχι σπίτ; -Γιατί η μάνατ τουν πάινι σι άλλου χουριό κι δεν βρήκι ούτι σπίτ δεν τνάνοιξι καένας μπαναγία και τουν γέντσι σι ένα χάνι. -Κι πότι θα έρθι στου χουριό μας; -Α τώρα ξικίντσι μι ένα κτσό γουμάρι τουν φέρνει η μάνατ, γι’ αυτό άρξαν να έρθν.

Όταν κόντιβαν τα Χριστούγιννα μας ήλιγαν. -Α, τώρα είνι σμά στου Μόκρου (Λιβαδιρό), ταχιά θα έρθει πίσου απ’ του Αιλιά. Πιρνούσαν κάμπουσις μέρις, -τώρα πού είνι μάνα; -Τώρα κατέφκι στα ισιώματα, ταχιά στα τσακνάδκα τα χουράφια κι τα κόλιαντρα που θα τουν τραγδίστι θα τουν φέρει η μάνατ μέσα σνικλησιά. Θα χτυπήσ’ η παπάς γκαμπάνα, θα πάμι όλοι σνικλησιά κι ύστρα στου σπίτι θα φάτι όσου κριάς χαλέβ η κλιά σας. Η τράπιζους μι του ταψί όλη μέρα θα είνι καταή γα να τρώτι του κριάς ψημένου απ’ του γουρούν που εσφαξάμι. Τι χαβάδια κι χαρές είχαμι όλα τα πιδιά παινάμι κουντά στου φούρνου, καθουμάσταν να χουρτάσουμι μούγκι απ’ τμυρουδιά. Όταν απουλνούσι η νηκλησιά τα πλαλούντα στου σπίτι, χλιάρι κι τόπου γιατί καθουμάσταν όλοι γύρου απ’ τουν τράπιζου. Τι δεν είχι του τραπέζι εκείνο. Ετρουγάμι τόσου πουλύ που όλα ειχάμι διάρροια κι γιόμζαν τα σουκάκια (απού άλλις μυρουδιές).

Αχ και να ερχότανε τα χρόνια εκείνα πίσω… ένα σπίτι, ένα καλύβι… γεμάτο γέλια και χαρές .

Με πήραν τα κλάματα που τα θυμάμαι...

¤

Η ομπρέλα

Μιράκι τούχει η θιάκου η Λένου (η μάνα μου) να ρθει στ΄ Σαλουνίκη. Πήρε τρία λιουφουρία, ένα ταξί, μπήκε στο ασανσέρ και μετά στη γκαρσονιέρα.

Τι  μι φκιάντς μα κουρίτσι μ΄ μι λέει απού κουτί σε κτι μι βάντς. Ιγώ ήρθα να γκιζιρίσου. Όταν βγήκε στη βεράντα, 6ος όροφος, αρχίντσι να φουνάζει: – Λέλιμ πώς αντραλίζουμι, καλά μα, σναϊτουφουλιά μίφιρις;

Την πήγα, είδε θάλασσα, την άλλη μέρα και στην αγορά.

-Μπά, λουιουν τουλουιού πράγματα πλούν ιδώ, έχν παράδις. Θέλου μορ κουρίτσι μ’ κι ιγώ ένα δώρου, μια αμπρέλα, μου λέει. –Τι μα, μούγκι η δασκάλα η Σουφία θα έχει;

Όταν έφυγε στο χωριό παρακαλούσε την Κυριακή να βρέξει. Έλα που η αφύσκιους η κύριους δεν έβριχι. Μια Κυριακή αρχίντσι να πέφτει βρουχή μι του διρμίν. Χάρκι η Θιάκου Λένου, έβαλι γκαλή μπουδιά, του μαντήλι, πήγι στου παραθύρι τσθιάκου Νικόλινας.

-Μο Νικόλινα, άμα, σήκου  να πάμι σνικκλησιά. –Χαζόθκις μα, απαντάει η θειάκου, μι αυτό του καθόρι δεν παένου. -Έβγα μα να ιδεις τι έχου. Τηράει η θειά. -Αμά πού ντβρίκις; -Απ’ Τσαλουνίκη νήφιρα.

Τσακώθκαν αγκαζέ κι πήγαν. Έλα όταν έφτασαν δε μπουρούσαν να νκλείσν τνουμπρέλα. Και την άφησαν ανοιχτή μέσα στο καμπαναριό. Σιλουή που είχι η θειάκου Λένου. Μέσα όξου πάινι να μην πάρει καένας νουμπρέλα. Έφυγαν πάλι καμαρουτές κι οι δυό, αλλά σου σπίτι δεν έκλεινι πάλι η ουμπρέλα. Ν΄απαράτσι ανοιχτή μέσα στ΄ αχούρι. Κι λέει –τφιγούραμ νέκανα, δε μπάνα μην κλείεις ντιπ καμιά φουρά.

¤

Μπάνιου στ’ Γκουρτσουπούλα

Μας έφαγι η ζέστα, λιβακόθκαμι. Καμιά δικαριά συντρόφτσις καθομάσταν στ΄Χαϊνταροκώτσιου του σπίτι, που είχι ίσκιου. Η Φώτου έρξι νιδέα. Άμα χαζές δεν παένουμι κιμείς πίσου στου Βιρό (γούρνα) στ’ Γκουρτσουπούλα  να χαραπαντούμι, να κρυώσει του κουρμί μας. Τι μούγκι τα πιδιά παέν Στς Μάρους κι κάν μπάνιου. Κι πιριφανεύουντι. Η Σπύρους ήλιγι τάχατις έκανι μπάνιου μι μια τρανή μπράσκα (βάτραχος) αγκαλιά, που έβγανι κι γαλάζιου νιρό απ’ του στόμα κι δε φουβήθκι ντιπ. Κι η Σταθτς, λέι Σταμούλου, η αδιρφός μ’, μι μια τρανή νιρουφίδα κλουριασμένη στα πουδάρια τ΄. Κι η Δυσέας η θκός μας, λέει η άλλη. Κόλτσαν σ’ όλου του κουρμί βδέλις κι τουν ρουφούσαν του αίμα.

Μέσα στου καταμισίμιρου εφτασάμι στου Βιρό, εβγαλάμι όλα τα στράνια μας κι μπίτσαμι μέσα. Πάγουσαν μια χαρά τα κουρμιά μας. Τα ρούχα μας τάφκαμι ουιπάν στα κλουνάρια, στα κλαδιά. Όταν βγήκαμι να φύγουμι δεν τα βφήκαμι. Λέλιμ τι να φκιάσουμι, αρχίντσαμι να κλαίμι. Τα πιδιά μας πήραν απ’ του κουντό χουρίς να ξέρουμι. Βγήκι η Βασιλάκς κι μας λέει. Άμα δεν αντρέπιστι γκουτζιάμ κουρίτσια να ξιτσαρέβιστι. Τώρα θα παένου να χπήσου νγκαμπάνα να γιλάσει όλου του χουργιό. Η Γιάνου που δεν είχι βγάλ τα στράνια όλα, βγήκι στου Κουκινόι κι φουνάζει. Ω μάνα, ηλάτι, τα πιδιά μας πήραν τα στράνια κι ήμιστι γκόλιαβις. Άξι η θειάκου Κουσταντινιά που είχι κουντά του αμπέλι κι πήγι του χαμπέρι στου χουργιό. Αρχίντσαν να πλαλούν οι μάνις μας κι να λεν: καλά πιδιά τι εφκιασέτι, φέρτι μας τα στράνια απ’ τα κουρίτσια. Η θειάκου Θανάσου αρχίντσι να τπουλιουμάν. Κι έφυγαν αφού μας έκαναν μπανιστήρι καμιά δυο ώρες.

¤

Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει,

γράφει ο ποιητής

Μη ήλιγι τσπρουάλις μιά συντρόφσαμ’  χουργιανή μας, που είναι παντριμέν σ’ άλλου χουριό. Τα πιδιάτς δε χαλέβν ντιπ να παένουν στου Μικρόβαλτου. Τι να χαλέβν μα χαζιά αφού δεν γιννήθκαν στου χουριό; Τι να θμούντι αυτά; Τα τσιουκάνια απ’ τα πρόβατα, τα μαντριά, τα πουρνάρια, τα κλαδιά, τα κριάκουρα, τα βαλάνια, τα κράνα, τα γκρέγκουρτσα, χόριψαν μα αυτά στα αλώνια;  Έπιξαν τα φλιούρια, τα γκουργκόλια, κλιφτουρίτσα, του δεν τσακώνου ξύλου; Έκαναν ντραμπάλα; έπιξαν σου χιόν μι τα γουρνουτσάρχα να γιουμόζν νιρό κι να πλιακουτούν  όταν πλαλούσαν; Τι χαλέβς τώρα να πουνούν του χουριό; Α ρώτα μα φουκαρίνα ημάς τστρανές  που μόλις κάνουμι κατά σιαπάν κι διαβούμι τσκατιρήντς του λάκκου πώς  χπάει  η καρδιά μας απού πόνου κι χαρά. Ξέρς που όλα μας καλουσουρίζν κι μας χιριτούν κνούντας τα κλουνάρια, οι κρανιές, οι πουρναρές, τα κλαδιά, τα λούδια, όλα μα είνι θκά μας, χαμπαρίηζ ή όχι φτάνουμι στου σταυρό κι θυμούμαστι τουν παππού τουν Τράτσα (Θεοχάρης) που πάλιψι μα μι του λύκου κι τουν έπνιξι του λύκου, τέτοιου παληκάρ ήταν, κι στα παλιάμπιλα που μαζουνάμι  βαλάνια για τα γουρούνια να τρων να βάζν κριάς για να τα σφάζουμι τα Χριστούγιννα. Ή που εβαζάμι σναγιασουφιά του αυτί μας για νακούσουμι ψαλτάδις γιατί μπάτσι η νικκλησιά για να μην νκάψν οι Τούρκοι. Ή τα αρνούλια που βέλιαζαν απ’ τα μαντριά του Γκιάτα κι απ’ τα θκά μας ζπιστηρές όταν εβαζάμι πέτρις να ανάψουμι του καντήλλι στου ξουκκλίς που ήταν σνάκρια στου δρόμου, κι παραπάν που ήταν η κακιά σκάλα κι έτριμαν να πιράσν και τα βόδια, τα γουμάρια, μιά πατλιά δρόμους ήταν. Θα ξιχάσουμι μα συντρόφσα του κρύου νιρό τσάγκαρ του μπγιάδ και στα γκιουφύρια σμά στου χουριό που απουπάν έπλιναν οι γνέκις κι μεις λίγου πιό σιακάτ επινάμι νιρό κι δεν παθινάμι τίπουτα τα ξιπατουμένα, μας φύλαγι η Θιό΄ς ήλιγι η μάναμ. Στ’  Ατσιάνη του χουράφ που ματουνάμι τα χέρια μας να μαζώνουμι βατσινόμουρα, τα ξιαστόχσις κι τότις μι τα ηρουπλάνα που έριχναν στου χουριό τρανές ουβίδις κι μεις κρυβουμάσταν κάτ στου μκρό του γκιουφύρ, τάζησαν μα αυτά τα πιδιά μας να χαλέβν να παέν; Ντιπ χαζιά είσι κι κάντς πως ταχα δεν καταλαβέν,τς. Οι Μκρουβαλτνές μα έχν μυαλό κι δεν τα ρίχν βάρους τα πιδιά, τ’ άκσις; Τα θκά μας τα γκιζέρια δεν τάχουν τώρα τα πιδιά, να γυρνούν όλ’  τμέρα κι να μη τα χαλέβν οι μάνις..

¤

Το τσιρλοσάπουνο

Για απαλά μεταξένια μαλλιά…

Ένα σαπούνι βιολογικό, καθαρό από κασταλαή και χοιρινό λίπος (λίγδα) και διάφορα απομεινάρια απ’ το γουρούνι.

Εκτέλεση

Σε ένα γαλίκι (κουφίνι) έβαναν πέντε τενεκέδες στάχτη. Έκαναν μία λακκούβα στη μέση και έριχναν μέσα κάθε μέρα δυό οκάδες νερό. Το νερό έσταζε σιγά σιγά μέσα σε ένα καζάνι. Το νερό αυτό το έλεγαν κασταλαή ή μούρτσι. Μια βδομάδα το άφηναν να στάζει. Ανάλογα την ποσότητα που ήθελαν, μάζευαν και το νερό. Μετά, μέσα σ’ αυτό το νερό έριχναν τα απομεινάρια του χοιρινού και το έβραζαν στο καζάνι δύο και τρεις ημέρες, ώσπου να γίνει ένας πολτός σαν κρέμα. Μετά το έριχναν και μια οκά ποτάσα που αγόραζαν από τα Σέρβια. Έπειτα το μοίραζαν μέσα στις θήκες του πνακωτού και το άφηναν να ξεραθεί τόσο όσο να μπορούν να το κόψουν σε καλούπια. Άμα δεν έπηζε αρκετά, το χρησιμοποιούσαν σαν κρέμα έτσι ρευστό (σαν τσίρλα). Με αυτό το σαπούνι έπλεναν τα ρούχα και μας έλουζαν οι μανάδες μας. Ήταν το καλύτερο σαμπουάν.

Τη συνταγή μου την έδωσε η θειά μου η Ευθυμία Τζιούτζιου Γουλιό.

¤

Το τρανό το Ανήλιο κι οι διαόλ

Ίλιγαν οι τρανοί ότι τάχατις στου τρανό του Ανήλιου έβγιναν οι διαόλ-. Ικεί είχαν τ’ φουλιά τς.

Ένα βράδ’ η παππούς η Τσιουβάκας (Χαρισόπουλος Χαρίσης) έχασι ένα ζγούρ’ κι απ’ τ’  μπατά απού είχι  τα μαντριά πήρι του γουμάρ κι αρχίντσι να πλαλάει νύχτα να του βρεί. Έφτασι τσ’ βαμπακές, άφκι του γουμάρ, πήρι του γκατήφουρου να του βρεί. Απόστασι κι έκατσι αντίκρια απ’ του τρανό του Ανήλιου. Κι αντί τ’ αρνί,  άμπλαξι τσδιαόλ-. Ήταν πουλύ φόβγ’ οι διαόλ-. Άλλους είχι τνουρά στμύτ, άλλους τρία κιφάλια, πέντι πουδάρια, τέσσιρα μάτια, τρανά αυτιά, νύχια κι δόντια τρανά, ήταν γουστόζια τα διαόλια. Αρχίντσαν να μπουρταλέβουντι μπρουστά τ’  να τουν κάν σιακάδια, να τουν γκαναταλνούν για να βγάλ’  φουνή να του  μπάρν  τφουνή κι να είνι μούτους. Η πάππους του ήξιρνι κι μούλουνι. Σκώθκι να πιρπατίσι κι  αντραλίζουνταν. Ζβάρνα ζβάρνα έφτασι τσβαμπακές κι οι διαβόλ- απού κουντά τ’. Τουν έβαζαν τουν κατέβαζαν πτου γουμάρ κι τουν πάιναν τραγδούντας. Οι μκροί οι διαόλ ανέβιναν στου γουμάρ άλλους σνουρά άλλ’ στα καπούλια για να τουν ρίξν κάτ’. Η παππούς τσακώνουνταν γιρά κι όταν του γουμάρ’ αρχούσι  να πιρπατάει του σταματούσαν κι του ήλιγαν «ότσικου γουμάρ’ μι τρακούλ» (είχι ένα τρακούλι -κουδουνάκι- στου λιμό). Δεν τα χούιαζι η παππούς τα διαόλια, τα έκανι χάζ’, είχαν χαβάδια,  αλλά η παππούς δεν άνοιγι του στόμα τ’ . Του γουμάρ’ ήταν κι αυτό παταρισμένου απ’ του  φόβου τ’. Σιόλου του δρόμου η παππούς ήλιγι του Άγιους Θιός, αυτά τα αφύσκα τα διαόλια δεν έφιβγαν. Όταν τουν ήφιραν κουντά στου χουριό κουντά στ’ Ατσιάν’ του χουράφ’  λάλτσι η κόκουτας κι μουνάχα τότι έφυγαν οι διαόλ-.

Έφτασι η παππούς στου σπίτ’ ντιπ σιουρτζμένους, τάπι ζμπάμππου τΧαρίσινα κι έπισι άρρουστους στου σάισμα. Η μπάμπου ήφιφι τουν παπά κι τουν διάβασι. Κι απού τότι απου πουλύ αλάργα ήγλιπνι του τρανό του Ανήλιου.

¤

Αδικίες στον εμφύλιο

Ένας παππούς απ’ του Ρύμνιου η μπάρμπα Στέργιους απού είχι ένα πιδί απ’ του ίλιγαν Παύλου (δε θυμάμαι κάτι άλλο), πήρι του μπλάρι κι πάινι στου Τρανόβαλτου να πάρει καλαμπούκι.

Κουντά στου χουργιό μας στου μαναχό τ’  αμπέλι ίδι αφνούς, ήταν τρεις. «Πού πας;» τουν λέν, «στου Τρανόβαλτου», «τι είσι διξιός ή αριστιρός;». Η παππούς τσίδι μι παλιά τφέκια, λέει «άι, αντάρτις θα είνι» κι τσλέι «αριστιρός πιδιά». Τουν τραβούν ένα ξύλου «για να μάθτ»ι τουν λέν.

Βαριμένους η καημένους φτάνει κουντά στου Τρανόβαλτου, ικεί τουν σταυρών καμπόσοι είχαν κινούργια όπλα. «Διξιοί θα είνι», λέει απού μέσα τ’. «Πού πας, τι  είσι, δεξιός ή αρισστιρός;». «Διξιός πιδιά μ’». Τουν έδουκαν κι αυτοί σπρουξιές κι κλουτσιές.

Φτάνει στου μισουχώρ στου Τρανόβαλτου κι πέφτει καταή. «Αμάν, τι έπαθις, τι είσι » τουν λέν οι Τρουβαλτνοί, «διξιός ή αριστιρός».Κι η μπάρμπας: «κι απ’ τα δυό πιδιά μ’, βαράτι».

¤

Όταν ήρθι  η  βασίλισσα  Φρειδιρίκη

Στου Μκρόβαλτου θα έρχουνταν η βασίλισσα η Φρειδιρίκη.

Έδουκι διαταγή η μπάρμπα Κώτσιους η γραμματέας (Κων/νος Νατσιόπουλος) να  ασβιστώσν όλ’ τς  δρόμοι κι να φουκαλίσν γιατί  θα πιρνούσι η βασίλισσα.

Τνώρα ικίν απού έφτασι η βασσίλσσα κουντά στα τσιλιάδκα τα σπίτια μι του τζίπ, έλαχι να πιράσι μι του γουμάρι φουρτουμένου η μπάρμπα Γιάνντς η Τσιάκαλους (Ιωάννης Χαρισόπουλος). Τότις του αφύσκου του γουμάρ  χάλιψι να βουνήσ’ . Η μπάρμπα Γιάνντς άρπαξι του διρμόνι  απ’ τ’ μάνα μ’ που πιρνούσι κι τόβαλι κι τάκανι του γουμάρ για να μη  λιαρώσει του δρόμου.

Η μάνα μ’ ήρθι μι του  διρμόνι γιουμάτου βουνιές κι φώναζι.  «Λέλι μ΄ τι μέφκιασι η Τσιάκαλους»

Αυτό του έμαθι η γραμματέας κι για να τουν ιφχαριστήσ’ τουν Τσιάκαλου, τουν έδουκι ένα πακέτου τσιγάρα.

Κι η μπάρμπα Γιάνντς τουν λέει: «Αρα δεν αντρέπισι, ένα πάκου τσιγάρα για ένα διρμόνι σκ…ά , τόσου λίγου μι του πλερώντι;»

¤

Τ’ Σιλιμάν του κθάρ κι του μαϊμούν

Όταν ρώτησα τη μάνα μου γιατί ονομάζουν έτσι αυτό το μέρος, μου απάντησε. Μουλουγούσαν κουρίτσιμ οι παπούδις ότι ένας Τούρκους Αγάς μι αυτό το όνομα έσπιρι κθάρι η αντίχριστους κι δεν βγήκι ντίπ. Δεν του βλόγσι η Θιός. Όλοι μας γνωρίζουμε πού  είνι το μέρος αυτό. Έχουμι κιλστί στα χουρτάρια, έχουμι πιάσει μπακακούλια, βδέλις απ’ του λάκου κι εφκιανάμι γούρνις τρανές μι νιρό. Έβανάμι μέσα τζκαχιλώνις κι γιλούσαμι πώς κολυμπούσαν. Είχι κι έναν όχτου μι μια τρανή χαράδρα σαν στόμα ανοιχτό κοιτούσι κατά του δρόμου. Καένας δεν μπουρούσι να πάει μέσα, όλοι φουβούνταν γιατί τάχα είχαν μέσα φουλιές τα όρνια, τα λιλέκια, καρακάξις, τρανά φίδια, νυχρτιρίδες, κουκουβάγιες κι ένα μαϊμούν που είχι τρανά τσιλουτά αυτιά, μκρή νουρά, ήταν σαν πλαρούλ κι έπιρνι απ’ του κουντό τνύχτα όποιουν πιρνούσι απ’  του δρόμου, κι σταλήθεια, ένα βράδυ μουργίζουντας ένα πιδί του ίδι. Αρχίντσι του πιδί να λέει του πατιριμών, να πλαλάει του πιδί, να πλαλάει κι του μαϊμούν κι πιθαμένου έφτασι του πιδί στου σπίτι απ’ του φόβουτ. Μούγκι που του μαϊμούν ήταν του πλαρούλι του μπάρμπα Βασίλη (του πατέρα μου) που πριν λίγη ώρα πέρασε με τη γαϊδουρίτσα τη Γκέσα κι του πλαρούλ έμεινε πίσω κι πλαλούσι να βρει τμάνατ.

¤

Για μια μπλάνα μπακαλιάρου

Φώναξι η μάναμ μό! Νικόλινα τάμασις τ’ αυγά να πάμι ταχιά στου παζάρ στα Σέρβια να πάρουμι λάδ γκάζ άλας κι μπακαλιάρου; Να μην ξιαστουχίις κι δε σκουθείς χαραή.

Σκόθκι χαραή η θιάκου Νικόλινα, φώναξι τμάναμκι τθιάκουμ Μπανάγιου κι καβάλα στα γουμάρια μι τα τσάκια άδεια κι τα καλάθια γουμάτα αυγά, πήραν τστράτα για του παζάρ. Πιρνούσαν απ’ τα ξουκκλίσια κι ήλιγαν λέλειμ Παναΐαμ να πλήσουμι τ’ αυγά κι να πάρουμι κι λίγου μπακαλιάρου γιατί ταχιά είνι του βαγκιλτζμού (Ευαγγελισμού).

Ντι κι ούστ, τα γουμάρια πέρασαν τμαύρη ράχη, τσΚαλδάδις του χουριό, έφτασαν στσπόρτις, στου μάτι πότσαν τα γουμάρια, νίφκαν  κι α σιακάτ σιακάτ, πήγαν στου παζάρ. Πούλτσαν τα αυγά, πήραν αυτά που ήθιλναν κι λίγα ζαχαράτα κι σταφίδις, μπιμπίλια για τα κούτσκα. Ανέφκαν στα γουμάρια, είχαν κι τα τσάκια γιουμάτα κι αρχίντσαν να λέν πώς θα φκιάσν ταχιά του μπακαλιάρου.

Λέλεμ!, λέει μια θειάκου, μα ιγώ δεν τουν έχου του μπακαλιάρου μες του τσάκ. Η! τουν ξαστόχτσα στου μαγαζί. Κι αρχίντσι να χπάει του γουμάρι κι γύρσι πίσου. Λέει  μουρή γνέκις, αν σας σταυρώσει η πιθιράμ,, να πήτι ότι μι πουνούσι του πουδάρι κι έρχουμι μι τα πουδάρια, γιατιαυτό άρξα. Βρήκι του μπακαλιάρου στου μαγαζί κι ήρθι νύχτα στου χουργιό.

 

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack