www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Άει...Μκρουβαλτνά! [ΙΔΙΩΜΑ] Εκτύπωση
Κυριακή, 17 Ιανουάριος 2010 00:37

 

Αει…Μκρουβαλτνά!

του Αρχιμανδρίτου Νικηφόρου π. Χρήστου Μανάδη
Αρχιερατικού Επιτρόπου Εορδαίας

[Εκ Μικροβάλτου ορμώμενου…]

 

1. Ἂν πῆς τοὺ τσκάλ' σιέϊ...

Ἴλιγι  ἡ Γκισιλούλτς, "Τὶ φκιάν' ἀ ρὰ τοὺ θκός σας τοὺ τρανὸ τοὺ κυπρί"; Ἔτσια ἴλιγι τοὺν παπαΝικόλα. Σὰν παρακάτ' ἴλιγι κι αὐτήν 'μ παροιμία. " Ἂν πῆς τοὺ τσκάλ' σιέϊ, τοὺ γουμάρ' πράμα κι τοὺ σμιθιρὸ συγγινῆ...Ὤχ λύκους μὶ 'ν τράκα τ'. Ἀνάσα ρα κι ἀλλοῦ ρὰ σαλέ, π' δὲ σὶ ξέρν'".

Δηλαδὴ τοὺ τσκάλ' δὲν μπουρεῖς νὰ τοὺ πῆς σιέϊ, ἰπειδὴς εἶνι χουματέϊνου κι δὲν εἶνι ἀντουχῆς ἰργαλείου. Λίγου νὰ πέσ' καταῆς τσακίζιτι εὔκουλα. Γιατιαυτὸ κι δὲν εἶνι νὰ τοὺ πῆς σιέϊ γιρό , π' νὰ τ' ἀξίζ'.

Ὕστιρα τοὺ γουμάρ' πάλι δὲν εἶνι νὰ τοὺ πῆς πράμα. Τοὺ γουμαρουφόρτ' εἶνι ἴσια μὶ τὰ τσάκνα ἀπ' ἔχν οἱ  καρακάξις στ' φουλιά τς. Δὲν σκών' πουλὺ φουρτχιὸ σὰν τοὺ μπλάρ᾿. Γιατιαὐτὸ κι πράματα ἴλιγαν κυρίους τὰ μπλάργια κι τἀλόγατα ἀπ' σήκουναν φουρτχιὸ ἢ ἦταν πιρήφανα. Τὰ γουμάργια δὲν τὰ πάρουναν κι τόσου γιὰ πράματα, ἰπειδὴς οὔτι φουρτχιὸ σήκουναν, οὔτι κι πιρήφανα ἦταν.

Τιλιφταίους σμ παροιμία ἔρχιτι ἡ σμιθιρός. Αὐτὸς ἡ ἔρμους δὲν μπουρεῖ νὰ λουγαργιαστῆ σὰ στινὸς συγγινῆς γιατὶ εἶνι ξένου αἷμα κι δὲν μπουρεῖ νὰ σὶ πουνέσ' τόσου, ὅσου κι ἂν λουϊάζιτι κι αὐτὸς σόϊ.

Ἔτσια ἡ Γκισιλούλτς   ἴλιγι αὐτὴν 'μ παροιμία "Ἄει μὰ σαλιὰ μὶ τ' σαλιᾶς, ἅμα πῆς τοὺ τσκάλ' σιέϊ, τοὺ γουμάρ' πράμα κι τοὺ σμιθιρὸ συγγινῆ, τὄχς γιρὰ χαμένου".

 

¤

2. - Τὶ τοὺν λείπιτι τοὺν κασιδγιάρ';

- Σκούφχια μὶ μαργαριτάρ'

Τοὺν παλιὸ τοὺν κιρὸ πουλλοὶ ἀνθρῶπ' στὰ χουργιά μας ἔπχιαναν στοὺ κιφάλι τς κασίδα, π' 'ν ἴλιγαν κι πέκουρ', κάτ' σὰν χουντρὴ πιτυρίδα. Ἰδίους πάθιναν ἔτσιας κούτσκα λισβά, ἀλλὰ κι οἱ τρανοί. Μπουρεῖ νὰ ἦταν κι ἀποὺ 'ν ἀπλυσιά, ἀπ' 'ν ἀφαγιὰ κι 'ν ἀβιταμίνουσ'. Ὅσ' τοὺ πάθιναν, εἶχαν φαγούρα, ξιοῦνταν τ' σκαζμοῦ, πληγιάζουνταν κι μάτουναν. Ἔβαναν ἰλιάτσια, ὅσα μαστόριβαν οἱ μπάμπις, γιὰ νὰ γλύτουναν ἀπ' τοὺ βάσανου αὐτόϊας.

Ἀποὺ κάνας, ὅμους, ἰνῶ εἶχι 'ν καραπατσίνα τ' γιουμάτου μὶ κασίδα, κουρδόνουνταν κιόλα κι καμάρουνι σὰ γιούφτκου σκιπάρ'. Ἔτσιας ἔβγαλαν κι αὐτὴν 'μ πιργιλαντζίδικ' 'μ παροιμία.

"Μόϊ, τὶ τοὺν λείπιτι τοὺν κασιδγιάρ';" ἴλιγι ἡ μνιά. Κι ἀπαντοῦσι ἡ ἄλλ'. "Σκούφχια μὶ μαργαριτάρ'". Δηλαδὴ ἡ κασιδγιάρς ἀπόχ' γιουμάτου τοὺ κιφάλ' κασίδα, π' τσουρτσουλώνιτι κι καμώνιτι, ἕνα τοὺν λείπ', κι αὐτὸ εἶνι μόνου μνιὰ σκούφχια στουλτζμέν' μι μαργαριτάργια. Ἰὰ τέτχοιους Ντιόντιους ἦταν.

Ὅπους λέμι κι 'ν ἄλλ' 'μ παροιμία, "Ψώραβ' γίδα, σκουμέν' νουρά".

 

¤

3. Ὅμνοιους τοὺν ὅμνοιου...

Ἅμα δὲν οὐντίζ' μὶ τοὺν ἄλλου δὲν φκιάντς ναὶ σμιθιργιὸ ναὶ παρέα. Ἡ ὅμνοιους κι θὰ σμιθιργιάσ' κι θἄχ' πᾶρι δῶσι μιτιαφνοὺς ἀπ' τιργιάζ'. Ἀλλιῶς τοὺ σμιθιργιὸ κι ἡ παρέα θὰ τς βγοῦν τραπέτσια. Καμπόσ' τ' λέν' κι λίγου ἀλλιῶς. "Ὅμνοιους τοὺν ὅμνοιου ἀγαπάει κι ὅμνοιους τοὺν ὅμνοιου θέλ' ".  Ἔτσιας βγῆκι ἡ παροιμία "ὅμνοιους τοὺν ὅμνοιου κι ἡ κουπριὰ στὰ λάχανα". Ἡ πλούσιους δηλαδὴς οὐντίζ' μὶ τς πλούσιοι κι ἡ φτουχὸς μὶ τς φτουχοί. Ὅπους κι ἡ κουπριὰ τιργιάζ' μουνάχα στὰ λάχανα. Ὅπ' ἀλλοῦ κι νὰ τ' ρίιξ' δὲν πααίν' μὶ καντίπουτας.

¤

4. Φυτισιάστρα, καρπουζιάστρα

Ἦταν ἀποὺ κάνας ἀσυνάστριγους, κι ἀκαρτέρστους κι τὰ χάλιβι ὅλα νὰ γένουντι ἀγλήγουρα. Αὐτὸς σὰ νἄθιλνι τ' μνιὰ τ' μέρα νὰ φυτέψν ὅ,τ' κι ἀντιλουῆς κι 'ν ἄλλ' τὴν μέρα νὰ βγάλ' λούδγια, κλουνάργια κι καρπόν. Γιατιαὐτὸ ἔβγαλαν αὐτὴν 'μ παροιμία. "Φυτισιάστρα, καρπουσιάστρα". Δηλαδὴ τ' μνιὰ τ' μέρα νὰ βάλλουμι τὰ καρπουζόσπουρα κι 'ν ἄλλ' τ' μέρα νὰ κόψουμι κι νὰ φᾶμι καρπούζ'.

Τιργιάζ' αὐτὴν κι μὶ 'ν ἄλλ' 'μ παροιμία, "Ἄντρα χαλεύου, τώρα τοὺν θέλου".

Ἔτσιας εἶχι φκιάϊσ' κι ἡ φκόζμας ἡ Βασίλτς, φόντας ἤμασταν μκροί. Πήραμι, καμπόσα κλαρίδγια ἀπ' τὰ καβάκια τ' Μακρυϊαννουβασίλ' κάτ' ἀπ' τοὺ Κουντουλάκ' κι τὰ σούγλισάμι μέσα στοὺν κήπου μας, ὅπ' ἀραδοῦσι νιρό, γιὰ νὰ πουτίζουντι μαναχά τα. Ἡ Βασίλτς πάηνι κάθι μέρα κι τἄβγαζι, γιὰ νὰ δῆ ἂν εἶχαν ἀπουλύκ' ρίζις. Ἰμπρέτσαμι νὰ τουν σταματήσουμι. Ἔτσιας ἔπχιασαν καμπόσα κι γίνκαν τρανὰ καβάκια. Ὕστιρα ὅμους ἀπόλκαν πουλλὲς ρίζις, ἀπ' γιόμψαν 'ν αὐλή μας κι τἄκουψάμι, γιὰ νὰ γλυτώσουμι.

¤

5. Γαμπρέ μ', γιατ' εἶσι μύξαβους;

Ἴλιγαν αὐτόνινιὰ τοὺ λόγου στοὺ χουργιὸ ὄχ' μουνάχα γιὰ τς γαμπροὶ ἀλλὰ κι γι' ἀλνούς. Ρουτοῦσαν τέλους πάντουν τοὺν γαμπρὸ γιατιαὐτὸ τοὺ πρᾶμα κι αὐτὸς ἀπηλουϊοῦνταν, ὅτ' εἶνι μύξαβους, ἰπειδὴς εἶνι χειμῶνας, κρυών' κι τοὺν πῆραν σβάρνα οἱ μύξις τ'. Κι ἡ ἄλλους τοὺν ξανάλιγι, "ἅμ' ἰγὼ  ξέρου ρὰ μύξαρ',  ὅτ' κι τοὺ καλουκαίρ' τὰ σιουλνάργια σ' δὲν σταματοῦν νὰ κατιβάζν', ".

Ἴλιγαν ὅμους αὐτὸν τοὺν λόγου κι ἅμα κάνας ἦταν παρτάλας, ἄπραγους, ἄχρηστους κι τζιριμές. Ἅμα τώρα τοὺν ρουτοῦσαν, γιατὶ ρὰ αὐτόϊας κι τὄνα κι τἄλλου, αὐτὸς ἴβρισκνι ἀράδα μπαλλώματα κι ψιφτουδικιουλουγίις. Γιατιαὐτὸ κι τοὺν ἀπουλνοῦσαν 'μ παροιμία, "Γαμπρέ μ', γιατ' εἶσι μύξαβους;

- Εἶμι ἀπ' τοὺ χειμῶνα.

- Ἅμ' ἰγὼ σὶ ξέρου κι ἀπ' τοὺ καλουκαίρ'".

¤

6. Σὰν τοὺ τσιμπούρ' σμ προυβγειὰ

Τὰ τσιμπούργια ἀκουλνοῦσαν στὰ μαλακὰ ἀπ' τὰ πρόβατα, τὰ γίδγια, τὰ μπλάργια κι τὰ γουμάργια. Ἀποὺ κεῖ ρουφοῦσαν αἷμα κι χόντριναν. Ἰνῶ οἱ καποῦσις μόνου πιρπατοῦσαν κάτ' ἀπ' τοὺ πλουκάρ' στὰ πρόβατα κι στ' ἀρνιά. Αὐτὲς μόνου γκουμπζιαλοῦσαν κι δὲν ἔφκιαναν ζημνιά. Ἅμα τὰ τσιμπούργια ἦταν χουντρά, πόσου τ' ἀσκαίνουμάσταν! Τἄβγαζάμι ἀπ' τὰ ζουντανά μας, τἄσπαζάμι κι ἦταν γιουμάτου αἷμα. Ἅμα ὅμους δὲν ἴβρισκναν ν' ἀκουλήσν σὶ ζουντανό, τότι σκάλουναν κι σὶ κάνα τουμάρ', π' δὲν εἶχι σάρκα νὰ ρουφίξ', ἀλλὰ κι ἔτσιας πουρεύουνταν.

Ἴλιγαν ὅμους αὐτόν τοὺν λόγου κι γιὰ τς ἀνθρῶπ' ἀπ' ζοῦσαν μὶ πουλὺ οἰκουνουμία κι φτουχικά, ἀλλὰ ζοῦσαν. Δὲν 'ν ἴλιγαν, γιὰ νὰ τς πιριγιλάσν, ἀλλὰ πχιὸ πουλύ, γιὰ νὰ τς ἰπινέσν. "Αὐτὸς ἰδώϊα ζάει σὰν τοὺ τσιμπούρ' σμ προυβγειά".

¤

7. Τοὺ γουμάρ' φταίγ' κι τοὺ σαμάρ' βαραίντς;

Ἅμα ἔφτιγι κάπχοιους δυνατὸς κι δὲ μάλλουναν αὐτὸν ἀλλὰ κάναν ἄλλουν ταλαίπουρου ἴλιγαν αὐτὴν 'μ παροιμία. Ἀντὶ νὰ βαραίσουμι δηλαδὴ τοὺ γουμάρ' ἀπ' φκιάν' τοὺ ζαράλ' ἰμεῖς ξυλουφουρτώνουμι μὶ τ' φουρτουτήρα τοὺ σαμάρ' ἀπ' δὲν δυνάζιτι νὰ παρανουμίσ'.

¤

8. Κρούου τοὺ παραστάθ', γιὰ νὰ τ' ἀκούσ' ἡ θύρα

Ὄντας κάνας δὲν καταλάβισκνι κι τόσου, βάριναν λίγου ἀπ' ἀλάργα ἀπ' ἀλάργα, γιὰ νὰ τσιακματίσ'. Ἔφκιαναν παρατήρησ' σὶ κάναν ἄλλουν μπάς κι ἔπιρνι φουτχιὰ ἡ ἄλλους ἡ ξίκους. (Λεξικὸ Δημητράκου, ξίκικος: λιποβαρής, λειψός).  Γιατιαὐτὸ κι ἔβγαλαν 'μ παροιμία, "Κρούου τοὺ παραστάθ', γιὰ ν' ἀκούσ' ἡ θύρα". Τοὺ ἴδγιου λιέει κι ἡ ἄλλ' ἡ παροιμία, "Σὶ σένα τὰ λέου πιθιρά, γιὰ νὰ τ' ἀκούσ' ἡ νύφ'".

¤

9. Παπᾶς σμ Πόλ', παπαδγιὰ μουλουγάει

Ἦταν, λιέει, σι ἕνα χουργιό, δὲν ξέρου ἂν ἦταν στοὺ θκό μας ..., ἕνα ζβγάρ' παπᾶς κι παπαδγιά. Πάηνι ἡ παπᾶς στοὺ παζάρ' κάτ' σμ  πόλ'. Ἰκεῖ τιλείουνι κι τς δλιὲς ἀποὺ εἶχι μι τοὺ Δισπότ' κι ἄλλα ὅ,τ' λουῆς. Κα' τοὺ βράδ' ἔρχουνταν τς πίσους στοὺ χουργιό τ'. Ξιφόρτουναν τὰ ψούνια κι τὰ πάστριβαν. Ὕστιρα ἡ παπᾶς ἀρχινοῦσι νὰ μουλουγάη σὰν τὶ εἶδι κι ἀπόειδι κάτ' σμ πόλ'.

Ἡ παπαδγιὰ ὅμους ἀποὺ δίπλα δὲν ἄντιχι νὰ λιέη ἡ παπᾶς κι αὐτὴν νὰ τὄχ' ραμμένου τοὺ ἔρμου τς. Γιατιαὐτὸ κι αὐτὴν ἀράδα χώνουνταν, ἀδγιάκουφτι τοὺν παπᾶ, φουρλατοῦσι κι ἀμπόλιαζι σὰν νἄταν κι αὐτὴν ἀντάμα κάτ' σμ πόλ'. Ἔτσιας ἔβγαλαν 'μ παροιμία, "Παπᾶς σμ πόλ', παπαδγιὰ μουλουγάει".

Ὕστιρας ὅμους λέν αὐτὴν 'μ παροιμία κι γιὰ ὅπχοιουν ἄλλουν μουλουγάει γιὰ πράματα, ἀπ' δὲν ξέρ' κι οὔτι τἄειδι, ἀλλὰ τὰ λιέει σὰν νὰ τὰ ξέρ' ἀπ' ὄξου κι ἀνακατουτά.

Κι ἄλλ' μνιὰ ἱρμηνεία μπουρεῖ νὰ εἶνι ὅτ' γιὰ πόλ' ἰννουεῖ 'ν Κουσταντινούπουλ'. Τοὺ ἴδγιου εἶνι.

¤

10. Ἔμαθα ξυπόλτους κι δὲ μι ἀρέζ' 'πουδημένους

Εἶνι νὰ μὴ συνηθίσ' κάτ' λουῆς, ὅ,τ' κι ἀντί, ἡ ἄνθρουπους. Αὐτόϊας, ἀκόμα κι ἂν δὲν εἶνι καλό, τοὺ θυμέτι σ' ὅλ' τ' ζουή τ' κι δὲ σών' νὰ τοὺ μουλουγάει σι ὅλνους. Ἀκόμα κι τ' φυλακὴ κι 'ν ἀνέχεια. Εἶνι σὰν κ' ἰτούτου ἀπ' λιέει ἡ παροιμία αὐτήν. Ἔμαθα νὰ πιρπατῶ ξυπόλτους κι ὅταν ἔρχιτι κιρός, ἀπ' ἔχου πουδήματα, ἀλλὰ δὲν πουδένουμι, γιατὶ μι ἀρέζ' ἡ ξυπουλταρία.

Αὐτὸ ὅμους τοὺ λέν' ὄχ' μόνου γιὰ τοὺν ξυπόλτου ἀλλὰ κι γιὰ ἄλλα. Ὅταν δὲν μᾶς ἀρέζ', ν' ἀπαρατήσουμι, ὅτ,δήπουτις ἀπ' ζούσαμι στοὺν κιρὸ τς φτώχειας κι τοὺ λιγουριβουμέστι ἀκόμα κι στοὺν κιρὸ ἀπ' τἄχουμι ὅλα μι τοὺ παραπάν'.

Τὶ νὰ πῆς; Εἶνι ἀσιγούριφτους ἡ ἄνθρουπους. Δὲν ἔχ'; Ζηλεύ' ἀφνούς, ἀπ' ἔχν κι προυσπαθάει ν' ἀπουχτήσ'. Ἔχ'; Θυμέτι ἰτότι ἀπ' δὲν εἶχι...Δὲν εἶνι ναὶ γιὰ τοὺ σακκί, ναὶ γιὰ τοὺ σακκούλ'.

¤

11. Ποῦ πααίντς ξυπόλτους στ' ἀγκάθχια;

Ἦταν ἰτότι κιρὸς ἀπ' πάηνάμι κι βουσκούσαμι τ' ἀρνιά μας τὰ καλουκαίργια. Καμπόσις φουρὲς ἤμασταν κι ξυπόλτ'. Ὅταν θέρζαν τὰ στιάργια κι ἀργότιρα τὰ καλαμπούκια, τἄβανάμι μέσα στς καλαμνιές. Τζουνιοῦνταν τὰ πουδάργια μας ἀπ' τς βατσινιές κι πουλλὲς φουρὲς πατούσαμι ζντρουβόλια. Ἰδίους αὐτάϊα τὰ τιλιφταῖα μᾶς φαρμάκουναν. Ἅμα πατούσαμι κι κάνα ἀγκάθ' ἀποὺ στιγνὴ γκρικουρτσιὰ ἔκλιγάμι μὶ τς ὧρις.

Αὐτὴν ὅμους 'μ παροιμία 'ν ἴλιγαν κι ὅταν κάπχοιους ἀναλάβισκνι καμνιὰ δύσκουλ' δλιὰ ἀπ' δὲν μπουροῦσι νὰ τ' βγάλ' πέρα. Σι αὐτὸν ἴλιγαν, " Ποῦ πααίντς, α ρα ξάλμυρι. Ντὶπ ντιόντιους εἶσι; Δὲ σὶ κόβ' λίγου. Ποῦ πααίντς ξυπόλτους στ' ἀγκάθχια;"

¤

12. Μνιὰ κι στοὺ χουράφ'

Στοὺν κιρὸ ἀπ' ἔβγηναν στὰ χουράφχια, οἱ παλιοί μας κινοῦσαν τ' χαραή. Σμμάζουναν τς δλιές τς. Ἱτοίμαζαν ἀπ' τοὺ βράδ' ὅλα τὰ σέα τς. Εἶχαν χαζοῦρκα ὅλα τὰ κατούνια τς κι τὰ τρουβάδγια π' θἄπιρναν κουντά τς. Ἅμα ἔρχουνταν ἡ ὥρα τὰ φόρτουναν  στοὺ γουμάρ' ἢ στοὺ μπλάρι τς κι κινοῦσαν γιὰ τοὺ χουράφ'. Ἰπειδὴς ὅμους ἦταν πουλὺ προυΐ, δὲν προυλάβισκναν νὰ κουλατσίσν στοὺ σπίτ', γιατιαὐτὸ κι τοὺ κουλατσιό τς τὄπιραν στοὺ χέρ'. Ἔκουβαν μνιὰ τρανὴ φιλοῦδα ἀπ' τοὺ πλαστάρ' ἄκρια κι ἄκρια, κι πααίνουντα 'ν ἔτρουγαν μὶ τυρί, καμνιὰ τσιγαρίδα, κάνα πράσου, ἢ σκέτ'. Φτάνουντας στοὺ χουράφ' ἔσουνι κι ἡ φιλοῦδα. Ἔτσιας ἔβγαλαν κι 'μ παροιμία "Μνιὰ κι στοὺ χουράφ'".

Ὕστιρα ὅμους 'μ παροιμία αὐτὴν 'ν εἶπαν κι γιὰ ὅπχοιου ἄλλου παράλληλου γιγουνὸς ἀπ' ἔχ' μέσα πουλύ. "Ὦ ρὰ πιδγιὰ, μνιὰ κι στοὺ χουράφ'; Τὶ ἔφκιασέτι ἰδώϊας! Ἕναν τέλου φαΐ κι ἕνα κιαμέτ' σαλάτα;"

¤

13. Πρὶτς Μαρτάκι μ' ξιχείμασαν τὰ κατσκούλια μ'

Ἦταν μνιὰ μπάμπου, λιέει αὐτὴν ἡ παροιμία, ἀπ' εἶχι 4-5 γίδις μὶ κατσκούλια. Τὰ τάϊζι κι τὰ φρόντζι μὶ 'ν ἀπαντουχὴ νὰ βγῆ ἡ ξιπατουμένους ἡ καραχείμουνας.   Ἔλα ὅμους π' σώθκαν οἱ ζουουτρουφίις. Ἡ ἰρμάδα ἡ μπάμπου καρτιροῦσι νὰ μπῆ ἡ ἄνοιξ' κι νὰ μὴν ταΐζ' ἄλλου τς γίδις κι τὰ μκρά τις. Ἤθιλνι νὰ τὰ βγάλ' σια ὄξου κι νὰ τὰ βουσκάη, γιὰ νὰ πουδαρώσν. Ἴλιγι "μόρα δὲ θὰ σώσ' ἡ Μάρτς; Δὲ θὰ ρθῆ ἡ Ἀπρίλτς; Ἄει θὰ δῆτι". Τοὺ βράδ' ὅμους, π' θἄσουνι  ἡ Μάρτς, ἡ μπάμπου  λιέει, "Πρὶτς Μαρτάκι μ', ξιχείμασαν τὰ κατσκούλια μ'". Ἰτότι ἡ Μάρτς, λιέει, δανείσκι μνιὰ μέρα ἀπ' τοὺ Φλιβάρ' κι ἔκανι πουλὺ κρύου, χιόν' κι πάγουν. Μπῆκι ἡ Ἀπρίλτς ἀλλὰ ἰμπρέτσι κι οὐράτσι νὰ σκουθῆ τοὺ χιόν' κι ἡ πάγους. Ἡ ἰρμάδα ἡ μπάμπου δὲν εἶχι καντίπουτας νὰ ταΐσ' τς γίδις κι τὰ κατσκούλια τς. Ἔτσιας, ἰπειδὴς εἶπι τέτχοιουνια λόγουν στοὺ Μάρτ', ἀπουταύτου τιμουρήθκι ἡ μπάμπου, ἀφοῦ τ' χάθκαν οἱ γίδις κι τὰ κατσκούλια τις.

¤

14. Μάρτς γδάρτς κι κακὸς παλουκουκάφτς

Ὅλ' οἱ νοικουκύρδις παλιὰ στὰ χουργιά μας ἔβαναν στ' ἀμπάργια τς κι στοὺ κατώη, ὅσα τς χρειάζουνταν, γιὰ νὰ βγάλν τοὺ χειμῶνα μὶ τ' φαμπλιά τς. Αὐτάϊας ἦταν τ' ἀλεύρ' γιὰ τοὺ ψουμί, τὰ τουρσιά, τὰ λάπατα σὶ βαμπακιρνὸ τσιουβάλ', τὰ τραχανάδγια σὶ πανίσιου σακκί, γιὰ νὰ παίρ' ἀέρα κι νὰ μὴ μουχλιάσ', τὰ φασούλια, ἡ φακῆ, οἱ βαμποῦλις, τοὺ τυρί, τοὺ ξινουτέρ', ἡ λίγδα κι ἄλλα γιὰ 'ν οἰκουγένεια. Ἀποθήκιβαν κι ζουτρουφίις γιὰ τὰ ζουντανά τς. Ἔβαναν κλαδαριές, ἄχυρου, κθαριά, καλαμκόφυλλα, χουρτάργια, γιουντζέδγια,  κι ἄλλα. Ἦρθι μνιὰ φουρὰ ἕνας Μουκριώτς στοὺ χουργιό μας, Φλιβάρ' κιρό, κι ντάβζι ἄχυρου. Κι ἡ ἄλλους τοὺν εἶπι νὰ πααίν' κι νὰ τοὺν φέρ' ἕναν τζίτζικα κι ὕστιρα θὰ τοὺν ἔδουνι...

Ὅσου ὅμους κι ἂν ἀπουθήκιβαν, καμπόσ' δὲν τὰ κατάφιρναν νὰ βγάλν τοὺ χειμώνα κι κα' τοὺ Μάρτ' ἀρχινοῦσαν νὰ λιέν' τοὺν ἕνα κι τοὺν ἄλλου νὰ τς δώσν ὅ,τ' κι ἀντί. Γιατιαὐτὸ εἶπαν τοὺ Μάρτ' γδάρτ'.

Μέσα στς ἱτοιμασίις γιὰ τοὺ χειμώνα ἦταν τὰ ξύλα γιὰ τ' σόπα, τὰ γκτζιούπχια γιὰ τοὺ τζιάκ' κι τὰ τσάκνα γιὰ τοὺ φούρνου. Ἴβλιπνις καμπόσ' ἀνηπρόκουπ' νὰ πααίν' μὶ τὰ χιόνια νὰ φέρν ξύλα ἢ τσάκνα ἀπ' τοὺ σμάρ' κι φαντάσ' τὶ κακουκάψιμου ἔφκιαναν τὰ τζιριμέθκα, ἀφοῦ ἦταν νουτζμένα! Ἄλλ' πάλι ἀντὶ νὰ πααίν' νὰ φέρν' ξύλα ἀπ' σιακάτ' χαλνοῦσαν καμνιὰ φράχτ' κι ἔκιγαν τὰ κιδρουπάλουκα. Ἀπουτιαυτὸ εἶπαν τοὺν Μάρτ' κι παλουκουκάφτ'. Ἔτσιας ἔβγαλαν κι 'μ παροιμία, "Μάρτς γδάρτς κι κακὸς παλουκουκάφτς".

¤

15. Οἱ κάτσιδις

Πάηνάμι ἰκείνουν τοὺν κιρὸ σιαπέρα κα' τὰ κέδρα στὰ προυσηλιακὰ πλάϊα κι ἔβγαζάμι κάτσιδις. Αὐτὲς φύτρουναν ἰτούτουν τοὺν κιρὸ κα' τς 20 ἀπ' τοὺ Φλιβάρ' κι κρατοῦσαν ὡς τς ἀρχὲς ἀπ' τοὺ Μάρτ'. Ἅμα ἔμπηνι ἡ Μάρτς, ἴλιγαν οἱ παπποῦδις, τς μπουμπουνοῦσι μνιὰ ... κι αὐτὲς μαραίνουνταν. "Ἄει, ἴλιγαν, ἡ Μάρτς ἔκλασι τς κάτσιδις". Ἔβγηναν ντάμκις ντάμκις πουλλὲς μαζί. Εἶχαν χρῶμα σὰν τοὺν κρόκου. Ἔφκιανάμι ἕναν σκάφτουρα μυτιρὸ κι ἔτσ' π' τοὺ χῶμα ἦταν χουρτάτου ἀπ' τὰ νιρὰ τς ἔβγαζάμι εὔκουλα. Τίναζάμι τοὺ χῶμα. Ξέπλυνάμι ὅ,τ' ἄλλου εἶχαν ἀποὺ γύρου. Καθάρζαμι τ' ἀντύματα. Πέταζάμι τοὺ λούδ' κι τοὺ κουτσιάν' κι ἔτρουγάμι 'μ πατάτα, ἀπ' εἶχαν στοὺν πάτου κάτ' στ' ρίζα τις.

Ὕστιρα καρτιρούσαμι νὰ ἀραδίσ' ἕνας οὑλόκληρους χρόνους κι νὰ νὰ ρθῆ ἡ Φλιβάρς, γιὰ νὰ ξανἄβγηναν οἱ κάτσιδις.

¤

16. Τοὺ κρύου μπαίν' μὶ τοὺ σακκὶ κι βγαίν' μὶ τοὺ βιλόν'

Ὅταν κρυών' ἡ ἄνθρουπους, ἁρπάζ' μαζιμένου κρύου κι στ' ἀγλήγουρα. Τοὺν ρίχ' στοὺ κριββάτ', κι ὕστιρας ἰμπριτάει νὰ τοὺ βγάλ'. Τοὺν λιανίζ' τὰ κόκκαλα, ἰπειδὴς ἀραδάει λίγου λίγου. Γιατιαὐτὸ ἔβγαλαν αὐτὴν 'μ παροιμία, ὅτ' "Τοὺ κρύου μπαίν' μὶ τοὺ σακκὶ κι βγαίν' μὶ τοὺ βιλόν'".

¤

17. Λαγὸς πιπέρ' ἔσπιρνι, κακὸ γιὰ τοὺ κιφάλι τ'

Ἴλιγαν οἱ παπποῦδις, ἅμα ἴγλιπναν κάναν πατέρα νὰ χαίριτι ἅμα τοὺ πιδί τ' ἔφκιανι καμνιὰ κατρατσιά, ὅτ' αὐτόϊας μνιὰ μέρα χα νἄρχουνταν στοὺ κιφάλι τ'. Θὰ πάθισκνι δηλαδή, ὅ,τ' παθαίν' κι ἡ λαγός, ἅμα σπέρ' πιπέρ'. Μνιὰ μέρα τοὺ πιπέρ' αὐτόϊας θὰ τοὺ χρησιμουποιήσν, γιὰ νὰ μαγειρέψν τοὺν ἴδγιου τοὺ λαγό, ἀπ' τὄσπειρι. Οἱ νοικουκυρὲς στοὺ στιφάτου βάν' κι πιπέρ', γιὰ νὰ γέν' νόστμου. Ἔτσιας ὅμους παθαίν' κι ἡ ἄνθρουπους. Ἅμα σπέρ' κακό, οὑπουσδήπουτις μνιὰ μέρα θὰ τοὺν ἔρθ' στοὺ κιφάλι τ'.

¤

18. Τοὺν τσιούμπσα ἰγὼ

Κάθουνταν ἕνας τζιουμπάνους ἀπάν' σὶ ἕνα κριάκουρου. Ἰκεῖ π' κάθουνταν, βγαίν' ἀποὺ πχάτ' ἀπ' τοὺ κριάκουρου μνιὰ οὐχιὰ κι ἱτοιμάσκι νὰ τσιουμπίσ' τοὺ τζιουμπάνου. Τ' λιέι τοὺ κριάκουρου. "Ἄστουν. Μὴν τοὺν τσιουμπᾶς. Ὅσ' ὥρα κάθιτι ἀπάν' σὶ μένα, ἰγὼ τοὺν συλλάρουσα. Τοὺν τσιούμπσα ἰγώ. Μὴν τοὺν τσιουμπᾶς ἰσύ". Ἤθιλαν νὰ δείξν μιτιαὐτό, πόσο πρέπ' νὰ προυσέχ' ἡ ἄνθρουπους κι νὰ μὴν κάθιτι εὔκουλα ἀπάν' στς πέτρις κι στὰ κριάκουρα.

¤

19. Ἅμα θέλ' ἡ Θιός, ἂς κάμ' ὅσα θέλ' ἡ κακὸς ἡ γείτουνας

Θέλ' νὰ δώσ' ἰτούτ' ἡ παροιμία ἰλπίδα στοὺν ἄνθρουπου, π' τοὺν ἰχθρεύουντι. Τοὺν ἰρισέβιτι κι τοὺν βάν' στοὺ μάτ' ἡ κακὸς ἡ γείτουνας κι πασχίζ' νὰ τοὺν φκιάϊσ' κακό. Ἅμα ὅμους θέλ' ἡ Θιός, τότι δὲν πααίν' νὰ ξιξκστῆ ἡ κακὸς ἡ γείτουνας, αὐτὸς ἡ ἄνθρουπους θὰ προυκόψ'.

¤

20. Μπίλλις κι μπισλίκις

Ἔπιζάμι, ὄντας ἤμασταν μκροί, μπίλλις. Σν ἀρχαία τ' γλῶσσα τς λέν' βώλους. Εἴχαμι καμπόσα πιγνίδγια. Τοὺ φίδ', τοὺ δού, τοὺ κυνηγητό, τς πθαμές κι τς γοῦρνις. Δὲ δουκιοῦμι ἂν ἔπιζάμι κι ἄλλα. Οἱ μπίλλις ποὔχαμι στοὺ τζιόπ' ἦταν γυαλέϊνις, σιδηρέϊνις, κουκκαλέϊνις, ἀποὺ πηλό, ἀποὺ πισσόχαρτου κι μπισλίκις. Τς γυαλέϊνις τς ἀγόραζάμι ἀπ' τοὺ μπακάλ' ἢ ἀπ' τοὺ Θόδουρου τοὺ Βλάχου. Τς σιδηρέϊνις τς ἔπιρναν, ὅσ' τοὺ κατάφιρναν, ἀπ' τὰ ρουλιμάνια.

Τς κουκκαλέϊνις ἢ παστέϊνις τς ἔφκιανάμι μαναχοί μας. Σπαζμένις χτένις, στυλοὶ σουμέν' κι ὅ,τ' ἄλλου ἀπ' τὰ βιριάγκα τὰ νάϋλουν τἄρχναμι στ' φουτχιὰ κι μόλις ἔλυουναν, τἄρπαζάμι κι ἀγλήγουρα τἄκλουθάμι κι τἄφκιανάμι μπίλις μκρὲς γιὰ τοὺ πάρσιμου ἢ χουντρὲς γιὰ λουμάδις. Καθὼς τς ἅρπαζάμι μέσα ἀπ' τ' φουτχιὰ καίουμάσταν κάμπουσου, ἀλλὰ ἡ δλιὰ ἔπριπι νὰ γέν'. Τοὺ ἴδγιου ἀκριβῶς ἔφκιανάμι κι μὶ τοὺ πισσόχαρτου. Ἔκουβάμι  κουμμάτχια πισσόχαρτου ἀπ' τς σκιπαστὲς ἀπ' τὰ σπίτχια τς στιγάσιους κι τἄφκιανάμι μπίλλις ἀφοῦ τἄλυουνάμι μέσα στ' φουτχιὰ κι αὐτὰ σὰν τς κουκκαλέϊνις.

Οἱ ἄλλις ἦταν ἀποὺ πηλό. Ἔπιρνάμι πηλὸ κάτ' ἀπ' 'ν Κρυάβρυσ', τοὺν ζύμουνάμι σὰν 'μ πλαστιλίν', ἔπλαθάμι μπίλλις, κι τς στέγνουνάμι στοὺν ἥλιου, γιὰ νὰ στράγγζαν.

Τς  μπισλίκις τς μάζουνάμι στς μισαρὲς ἀπ' τὰ κλαδγιά. Εἶνι αὐτὲς ἀπ' τς λέν' οἱ γραμματζμέν' κικίδις. Ἦταν μκρές, μισαῖις κι χουντρές. Μὶ τς τρανὲς ἔβαζάμι κι στοίχμα γιὰ καμνιὰ χουργιανή μας ἀγγαστρουμέν'. Ἅμα ἡ μπισλίκα μέσα εἶχι σκλήκ' θὰ γιννοῦσι πιδί. Ἅμα ὅμους εἶχι μυγάρ' θὰ γιννοῦσι κουρίτσ'.

Αὐτάϊας ἀπ' λέτι γιὰ τς μπίλλις.

¤

21. Φιτισνὰ κουμμάτχια, πιρσινὲς χαψιὲς

Ἅμα φέτου εἴμιστι καλλίτιρα κι τρῶμι κουμμάτχια, εἶνι ντὶπ παραπανίσιου νὰ θυμούμιστι, ὅτ' ἰπέρσ' ἤμασταν φτουχότιρ' κι ἔτρουγάμι χαψιὲς. Ἅμα ὅμους κάνας θυμοῦνταν κι ἴλιγι γιὰ 'μ πεῖνα, ἀπ' πέρασαν παλιότιρα, τοὺν ἴλιγαν οἱ ἄλλ', "Τὶ θέλτς τώρα κι θυμέσι φιτισνὰ κουμμάτχια κι πιρσινὲς χαψιές;"

¤

22. Πόσου χιόν' ἔρξι;

Ὅπους σήμιρα λέν' γιὰ τοὺν κιρό, ἔτσ' ἴλιγαν κι παλιότιρα. Ρουτοῦσαν οἱ παπποῦδις σὰν πόσου χιόν' νἄρξι, κι ἀνάφιρναν  τοὺ μέτρου, π' καταλάβιναν. Ἔτσιας ἴλιγαν, "Δὲν ἔρξι μόρα κι τόσου. Ἰά, ἔρξι ἴσια μὶ ἕνα τσαρούχ'".

¤

23. Ἡ σκουρδάρ'

Στοὺν παλιὸ τοὺν κιρὸ π' πάηνάμι γιὰ θέρουν στὰ χουράφχια μας ἀπαραίτητου μισμιργιανὸ φαΐ ἦταν σμὰ στ' ἄλλα κι ἡ σκουρδάρ'. Αὐτὴν 'ν ἔφκιανάμι στ' γκούμπζα. Καθαρνούσαμι πρῶτα καμπόσα σκλίδγια σκόρδου. Ὕστιρα ἔρχναμι χουντρὸ ἅλας κι μὶ τοὺ στούμπου τὰ στούμπζαμι κια τὰ δγυό τα.  Ἔβανάμι λάδ' μαζὶ κι ξύδ', π' τἄχαμι μαζὶ στοὺ ἴδγιου τοὺ μπουκάλ' κι νιρὸ γιὰ νὰ αὐγατίσ'. Ὕστιρα ἔτριβάμι ψουμὶ κι γένουνταν μνιὰ παπάρα γιρὴ γιρὴ ἀχείλ' μ' ἀχείλ' στ' γκούμπζα. Ὕστιρα 'μ πλάκουνάμι μὶ τὰ χλιάργια κι ὅπχοιους προυλάβισκνι.

¤

24. Ἰδῶ εἶνι τὰ ἰννιὰ στινὰ

Παλιὰ ἀπ' ὕφιναν στοὺν ἀργαλειὸ τ' ἀδίμτα, τὰ σκτχιὰ οἱ μπάμπις στοὺ χουργιό, τὄρχναν στὰ οὐχτὼ πάζματα. Τοὺ κάθι πάζμα στοὺ στμόν' ἦταν ἀνὰ τρεῖς κλουστὲς μιτροῦσαν ἕνα κι ἔτσ' ὡς τὰ δέκα ἴλιγαν ἕνα πάζμα. Τοὺ κάθι πάζμα δηλαδὴ εἶχι τριάντα κλουστὲς κι οὑλόκληρου τοὺ δγιασίδ' ἢ τοὺ βλάρ', π' τοὔλιγαν κι ἀλλιῶς, εἶχι δγιακόσις σαράντα κλουστές. Ἅμα τὄρχναν στὰ ἰννιά, εἶχι δγιακόσις ἱβδουμῆντα κλουστὲς τοὺ στμόν'.

Ρουτοῦσαν καμνιὰ ἀνηπρόκουπ', σὶ πόσα πάζματα εἶχι τοὺ βλάρι τς κι αὐτὴν ἴλιγι, "Ἰὰ μά, τὄχου στὰ δγυὸ στὰ τρία, στὰ ὅσα βγαίν' ἡ ἄλλ' ἡ κόζμους.

Ἅμα τοὖχαν στὰ ἰννιὰ ἦταν ἄνιτου, ἀλλὰ ἀποὺ καμνιὰ φουρὰ τς φαίνουνταν πάλι στινούτσκου. Γιατιαὐτὸ κι ἴλιγαν 'μ παροιμία "Στὰ ἰννιὰ στινά".

Αὐτὴν 'μ παροιμία ὕστιρα 'ν ἴλιγαν κι ὅταν τς ἔρχουνταν κάνα δυσκόλιμα σὶ ὅ,τ' δλιά, π' 'ν εἶχαν ἀρχινήσ' καλά, ἀλλὰ τς βγῆκι δυσκουλία στοὺ δρόμου.

¤

25. Μὶ τοὺ στόμα μπάρα μπάρα κι τὰ χέργια κρατμάρα

Ἅμα καένας δούλιβι, κι ἰνῶ ζουρίζουνταν, ἴγλιπνι κάπχοιουν νὰ κάθιτι ἀκουντά τ' κι νὰ λιέη μόνου λόϊα. "Κάντου ἔτσιας ἢ  φκιάστου ἀλλιῶς, ἢ τὄφκιασις κάπους στραβὸ κι σιάξτου". Κι ἰνῶ ἴλιγι λόϊα, δὲν  ἀξάμουνι λίγου  τὰ τσιούγκα τ', νὰ τοὺν ἀβουηθήσ', λὲς κι εἶχαν κρατμάρα. Γιατιαὐτὸ ἴλιγαν αὐτὴν 'μ παροιμία. "Μὶ τὰ χέργια μπάρα μπάρα κι τὰ χέργια κρατμάρα".

¤

26. Ἡ Χαβούζα

Αὐτὴν ἦταν κάτ' στοὺ Μιτόχ' κι 'ν εἶχι φκιάσ' ἡ Ἰλισσαίους ἀπ' ἦταν καλόηρους στοὺ Ζντιάν'. Ἰκεῖ εἶχαν τὰ μιλίσσια τς ἡ μπαρμπα Κώτσιους ἡ γραμματκὸς κι ἡ παπα Χρήσους προυτοῦ νὰ γέν' παπᾶς. Αὐτοὶ οἱ δγυὸ εἶχαν σκιπάσ' τ' χαβούζα κι μέσα σιαὐτὴν τρυγοῦσαν τὰ μιλίσσια. Εἶχα πααίν' κι 'γὼ κάναν κιρὸ, φόντς εἴχαμι τὰ μιλίσσια μας ἰκεῖ σιακάτ'.

Στοὺν κιρὸ ἀπ' ἦταν γιουμάτ', ἴφιρναν τοὺ νιρὸ μὶ κανάλ' ἀπ' 'ν Τσιπιτούρα κι ἀπ' τοὺ Παλιουμανάστηρου. Ἰκεῖ κα' τ' Μπάρα τοὔφιρναν  πλάϊ πλάϊ σι ἕνα νουχτάρ'. Νταϊάκουναν τοὺ κανάλ' μὶ παλούκια στοὺ νόχτου μέχρι νὰ τοὺ φτάσν' σὶ στέργιουν τόπου.  Πότζαν μὶ τοὺ νιρὸ ἀπ' τ' Χαβούζα μπουστάνια κι μπαχτσέδγια Ζντιανιώτκα ἰκεῖ στοὺ Μιτόχ', ἀπ' ἦταν γιουμάτου μπδιές, μουριές, κληματσίδις κι ἄλλα δέντρα. Κάμπουσ' χουργιανοί μας χουζμέτιβαν ἰκεῖ σὰ χουζμικιάρδις.

Ὅταν 'ν ἔφκιασαν, 'ν ἔχτσαν μὶ πέτρις ἀποὺ μέσα τς τοῖχ' κι τοὺν πάτου τς κι ὕστιρα 'ν ἄλειψαν μὶ χαρμάν', π' τὄφκιασαν  μὶ ἀσπράδ' ἀποὺ αὐγὸ κι τριμμένουν ἀσβέστ'. Γίνκι σὰν κι τιαὐτό, π' τοὺν λιέν' πουρσιλάν' σήμιρα. Ἔτσιας ρούπουσαν ὅλις οἱ ἀραφάδις κι δὲν ἀραδοῦσι νιρό.

Ἡ πατέραζμ πάλι, ἅμα καένα βαέν', ἀπ' τιαὐτὰ ποὔχαμι στοὺ κατώη στοὺ παλιὸ τοὺ σπίτ', ἔδριμι κι ἔσταζι κρασί, ἔπιρνι λίγου τριμμένουν ἀσβέστ' κι ἀσπράδ' ἀποὺ αὐγό, τἄνακάτουνι κι μιτιαὐτὸ πασάλειβι 'ν τρύπα κι αὐτὴν ρούπουνι τακουσιοῦ. Ἔτσιας σταματοῦσι τοὺ κρασί.

¤

27. Ἡ ζουρλὸς πῆγι κι ἦρθι κι ἡ γνουμκὸς ἀκόμα κλώθητι

Κάπουτις ἦταν νὰ γέν' μνιὰ δλιά ἰπεῖγον. Θὰ 'ν ἔφκιαναν μαζὶ ἕνας γνουμκὸς κι ἕνας παλαβός. Ἅμα ξικήντσαν νὰ τ' σκέφτουντι, σὰν πῶς θὰ γένουνταν κι σὰν τὶ θὰ τς ἀμπουδοῦσι, ἡ γνουμκὸς οὕλου ἴβρισκνι σκουντάματα. Μνιὰ κι δγυὸ ὅμους τοὺν ἀπαράτσι ἡ ζουρλός. Τραβάει μαναχός τ' ἀμπρουστὰ κι πααίν'. Σών' τὴν δλιά, ἀπ' λιέτι, κι γύρσι τς πίσους. Ἡ ἄλλους ὅμους, ἡ γνουμκός, ἀκόμα κλουθουγυρνιοῦνταν κι μιτροῦσι, ἀποὺ ποῦ νὰ ξικινοῦσι τ' δλιά, γιὰ νὰ γέν' καλλίτιρα.

Ἔτσιας ἔβγαλαν αὐτὴν 'μ παροιμία, ἀπ' θέλ' νὰ πῆ, πὼς χρειάζιτι νὰ νταλντᾶς στ' ζουή. Χρειάζιτι οὕπουσδήπουτις νἄχς μνυαλό, ἀλλὰ ὄχ' μούγκι τούτου.  Χρειάζιτι κι λίγου ζουρλαμάρα, γιὰ νὰ γέν' καμπόσα τρανὰ πράματα.

¤

28. Θκό σ' ψουμὶ τρῶς, ξένουν γκαϊλὲ τραβᾶς;

Ἴλιγαν αὐτόνινιὰ τοὺν λόγου ἅμα ἴγλιπναν κάναν π' ἀνακατώνουνταν, χώνουνταν κι σκλυμουργιοῦνταν μὶ ξένις δλιές, ἀπ'  τς οὑποῖις δὲν εἶχι κάνα συμφέρουν. Γιατιαὐτὸ κι τοὺν ἴλιγαν, ἀφοῦ τρῶς ἀπ' τοὺν τρουβᾶς ψουμί, ἀμπουτὶ τραβᾶς ξένουν γκαϊλὲ κι στιναχώργια;

¤

29. Ἡ ἀρκουδιάης

Κα' τοὺ 1960, κι μόλις ἁλώντζαμι, ἔρχουνταν στοὺ χουργιό μας μαζουμέν' τσιγγάν', π' τς ἴλιγάμι  γκουρμπιταί, τς γναῖκις τς γκουρμπέτσις ἢ μαστόρσις κι τὰ πιδγιά τς τσιγγανούλια ἢ γκουρμπιτούλια. Στοῦσαν τὰ τζιαντούργια τς πότι στοὺ Τσιαΐρ' σν  ἍγιΚοίμησ' κι πότι κα' τοὺ γήπιδου, ἢ πίσου ἀπ' τοὺ Τυρουκουμείου. Ἀπτιαφνοὺς ἄλλ' ἔφκιαναν  μαστουρλίκια, ἄλλ' εἶχαν 'ν ἀρκούδα, οἱ γκουρμπέτσις ἔδειχναν τὸ μοῖρα ἢ τίπτα χαζουιλιάτσια γναίκεια κι τὰ γκουρμπιτούλια ντάβζαν. Οἱ θκοί μας τς ἔδιναν κάνα μψάδ' ψουμί, ψίτσα λίγδα, καμνιὰ μπλάνα τυρὶ κι ὅ,τ' τς βρίσκουνταν.

Ὅσ' εἶχαν 'ν ἀρκούδα 'μ πάηναν σι ὅλου τοὺ χουργιό. Τς πχιὸ πουλλὲς τς ἴλιγαν Μάρου. Ἰμεῖς τὰ δασκαλούλια πάηνάμι ἀπ' ἀλάργα, γιὰ νὰ τ' βλέπουμι. Ἦταν μιρακλήθκου ζουντανό. Αὐτὴν τ' φουκαρίνα 'ν εἶχαν βγαλμένα τὰ δόντγια τς ἀποὺ μκρὸ κι ἕνα γιρὸ καπίστρ' στοὺ κιφάλ', π' τὄδιναν μι  χουντρὸν ἅλτσουν κὶ κρικέλλα στ' μύτ', γιὰ νὰ μὴν  πάθισκναν κάνα ζαράλ'. Ἀφόντας ἦταν μκρὸ ἀρκουδούλ' 'ν ἔβαναν ἀπάν' σὶ ταψί, π' τοὖχαν ἀπάν' στ' φουτχιὰ κι βάρηναν τοὺ ντάμπουρα τς. Ἔτσιας μὶ τοὺ κάψιμου ἀπ' τ' φουτχιά, χουρουμπδοῦσι τοὺ ἔρμου τ' κι συνδύαζι τοὺ ντάμ ντοὺμ τ' ντάμπουρα μὶ τοὺ χουρουμπήδμα κι αὐτὸ τοὔλιγαν χουρόν. Ἔτσιας μάθισκνι χουρόν. Αὐτόϊας τοὺ λιέν' κι οἱ  ψυχουλόγ'.

Ἅμα ἀντάμουναν κάναν παπποῦ, κι ἤθιλνι, ἔβαζαν 'ν ἀρκούδα νὰ τοὺν πατήσ' σμ πλάτ' κι θαραπαύουνταν, ἴλιγαν. Θυμοῦμι τοὺν παπποῦ τοὺν Τότσκα νὰ τοὺν πατάη μνιὰ τρανὴ κατφίσια ἀρκούδα μέσα στοὺ νουβρὸ στοὺ παλιὸ τοὺ σπίτι τς. Ἅμα πατοῦσι τοὺν παπποῦ ἡ ἀρκούδα κατέβηνι μόνου ἅμα 'ν ἔταζι. Ἔπριπι δηλαδὴ νὰ 'ν τάξ' ἕναν κάψου στιάρ'. Τραβοῦσι λίγου τοὺν ἅλτσουν ἡ ἀρκουδιάης, 'μ πουνοῦσι ἡ μύτ' κι αὐτὴν κατέβηνι. Ἡ κάψους ἦταν ἡ ντάμπουρας, π' βαστοῦσι ἡ γκόρμπιτας στοὺ χέρ' κι τοὺν χτυποῦσι ντάμ ντοὺμ  τραγδοῦντας. Ἦταν ἴσια μὶ ἕνα τρανὸ  κόσκνου μὶ βάθουν. Ἀποὺ γύρου ἦταν ξυλέϊνους, ἡ πάτους τ' ἦταν διρματέϊνους κι ἔπιρνι ἕνα ταγάρ' γέννημα. Ἀποὺ κάνα χόβ' ἡ ἀρκούδα δὲν ἔφκιανι, ὅσα 'ν ἴλιγι ἡ ἀρκουδιάης. Τότι τ' ζαμπάκουνι γιρὰ μὶ τοὺ λουστὸ γκάπ γκοὺπ, ὅπ' 'ν ἔσφαζι κι ὅπ' 'μ πουνοῦσι. Τ' βάρινι πουλὺ γιὰ νὰ μθαίν' ν' ἀκούη. Γιατιαὐτὸ πάλι ἅμα καένα πιδὶ στοὺ χουργιὸ ἦταν ψηλὸ κι ζουηρὸ τοὔλιγαν, "ἄειντι ρὰ ἀρκουδιάη" κι ἅμα ἦταν παρέα τἄλιγαν μαντράχαλ' ἢ ἀρκουδιάηδις.

Ἄλλ' πάλι ἔπιρναν κι κάναδγυὸ τρίχις ἀπ' 'ν ἀρκούδα γιὰ ἰλιάτσ'. Ἀπουταύτου πουλλὲς ἀρκοῦδις ἰτότι εἶχαν ντάμκις ντάμκις ψαλδιές. Τοὖχαν ξέταγμα. Ἦταν καλό, ἴλιγαν οἱ μπάμπις. Ὅσις τς πατοῦσι τοὺ ἴσκιουμα, καψάλτζαν τς τρίχις κι καπνίζουνταν μιτιαὐτό, κι ἔτσιας παρατόρζι τοὺ ἴσκιουμα... Ἄλλα χρόνια!

Σήμιρα μούγκι τὰ ἠλικτρουνικὰ κι ἡ Τιλιόρασ' (τὶ ἀρκούδα κι αὐτήν, Παναΐα μ') καπνίζν τοὺ μνυαλὸ ἀπ' τς πουλιτιζμέν', ὅσου τς ἀπόμκι!

¤

30. Παλιὸ γουμάρ' κινούργια πιρπατσιὰ δὲ μαθαίν'

Ἅμα προυσπαθοῦσι κάνας μιγάλους νὰ μάθ' ὅ,τ' κι ἀντί κι δὲν μπουροῦσι νὰ τοὺ μάθ', ἴλιγαν αὐτὴν 'μ παροιμία. Γιατὶ ἅμα μάθ' ἡ ἄνθρουπους κάτ', δὲν μπουρεῖ νὰ τ' ἀλλάξ' εὔκουλα. Προυσπαθάει δηλαδὴ ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρ'. Εἶνι σὰν ἕνα  παλιουγόμαρου  ἀπ' δὲν μπορεῖ  νὰ μάθ' κινούργια πιρπατσιά. Αὐτὴν πὄμαθι στὰ μκρά τ' τὰ χρόνια, αὐτὴν ἀκλουθάει κι ὡς τοὺ τέλους τ'.

¤

31. Χαμπλουφόρτουνι κι ψιλουτραγούδα

Ὅντας μάθισκνάμι νὰ φουρτώνουμι καψόξυλα στὰ μπλάργια μας ἡ πατέραζμ ἰτότι δούλιβι κάτ' στοὺν Ἀμίαντου στοὺ παλιὸ τοὺ ἰργουστάσιου. Σι κείνου ποὺ πασπάλτζαν τοὺ φαΐ τς μὶ ἀμίαντου, γιὰ νὰ γένουνταν νουστμότιρου...

Ἅμα τιλείουνι τ' δλιά τ', ἔρχουνταν τοὺν κατήφουρου κάτ' στοὺ Παλιουμανάστηρου κι φόρτουνι τς πουρναρὲς ποὔχαμι τσιρικιάσ' μὶ τοὺ Βασίλ'. Μᾶς ἔδειξι κάμπουσις φουρὲς κι ὕστιρα τὰ φόρτουνάμι μαναχοί μας. Μᾶς ἴλιγι ὅτ' δὲν ἔπριπι νὰ τὰ φουρτώνουμι πουλὺ ἀμπρουστὰ τοὺ μπλάρ', γιατὶ θὰ τὄγδιρνι  στοὺ λιμό τ'. Δὲν ἔπριπι νὰ τὰ βάζουμι κα' τς πίσους γιατὶ θὰ τοὺ πλήγουνάμι στὰ καπούλια. Δὲν ἔπριπι νὰ τὰ βάνουμι χαμπλὰ γιατὶ θὰ πλήγουνάμι σν κλοιά τ'. Δὲν ἔπριπι τέλους νὰ τοὺ κριτσκώνουμι πουλὺ ψηλὰ γιατὶ θὰ ἔγιρνι τοὺ φουρτχιὸ κι θ' ἀναπουδουγυρνοῦσι τοὺ σαμάρ'. Ἔπριπι νὰ τοὺ φουρτώνουμι κάπ' στ' μέσ' κι ἔτσ' θἄρχουμάσταν καλὰ στοὺ δρόμου κι θἄφτανάμι στοὺ νουβρό μας κι θὰ ξιφόρτουνάμι τοὺ φουρτχιό. Ἅμα φόρτουνάμι καλὰ τότι μπουρούσαμι νὰ ψιλουτραγουδοῦμι γιατὶ θὰ πάηνάμι καλά.

Αὐτὴν 'μ παροιμία ὅμους 'ν ἴλιγαν κι γιὰ ἄλλα πράματα. Ἅμα προυσέχ' ἡ ἄνθρουπους κι πααίν' συνιτὰ τότι θἄφταν' κι στοὺν προυουρισμό τ'. Δὲν ἔχ' φόβουν μὴν πάθ' τίπουτα ἀπτιαὐτὰ π' θὰ πάθισκναν τὰ μπλάργια μας ἂν δὲν τὰ φόρτουνάμι καλά.

¤

32. Χουχουϊάβις θὰ λαλήσν μὰ

Ἅμα τσακώνουνταν καμνιὰ δόσ' τίπτα μπάμπις στοὺ χουργιό, ἴλιγι ἡ πχιὸ ἀχρειόστουμ' κι αὐτὴν 'ν κατάρα. "Πχοιὸ μὰ δαυλιάρου; Θὰ λαλήσν χουχουϊάβις μὰ στὰ ἰρμόσπιτά σας". Ἤθιλνι νὰ πῆ, ὅτ' θὰ ξικληρστῆ ὅλ' ἡ οἰκουγένεια τς, θ' ἀπόμνεισκαν τὰ σπίτχια τς ἔρμα, θ' ἀρχινοῦσαν νὰ ξιπιτουργιάζουντι κι νὰ γκριμίζουντι. Ὕστιρας θἄρχουνταν οἱ χουχουϊάβις, θὰ λαλοῦσαν τς νύχτις μέσα στὰ χαλάζματα κι θἄπχιαναν πουντίκια.

¤

33. Πααίντι νὰ βρῆτι φουλιὲς

Κόντιβαν οἱ Ἀπουκριὲς κι  τὰ πιδγιὰ μάζιβαν ἀποὺ κιρὸ κέδρα γιὰ νὰ τὰ κάψν τοὺ βράδ' τς Κυργιακῆς στς νουφανοί. Τἄφιρναν ἀπ' σιακάτ' κι τὰ φύλαγαν σὶ καμνιὰ ἀχυρῶνα. Ἔρχουνταν ὅμους πιδγιὰ ἀπ' τς ἄλλις τς γειτουνιὲς κι τἄκλιβαν γιατιαὐτὸ κι τὰ φύλαγαν. Ἀργότιρα μάζουναν ρόδις ἀποὺ τ' αὐτουκίνητα ἀλλὰ ἔφκιαναν βρώμκ' φουτχιά.

Τοὺ βράδ' τς Κυργιακῆς πάηνάμι σι ὅλ' τς τρανοί μας κι σχουρνιούμασταν. Τς ἔκανάμι μνιὰ μιτάνοια, τς φλούσαμι τοὺ χέρ' κι αὐτοὶ μᾶς κιρνοῦσαν πιντούλια, δραχμές, δίφραγκα κι ἡ μπάμπουΣτέργινα σμάζουνι κάνα τάλιαρου γιὰ τ' βραδιὰ αὐτήν. Ἡ θκόζμας ἡ Νένις ἴλιγι "Ὦ ρὰ πιδγιά, ὅλου τοὺ συρτάρ' εἶνι θκό σας, τὶ χαλέβντι νὰ σᾶς δώσου;" Κι ἔτσιας γλύτουνι τοὺ κέραζμα.  Στοὺ τέλους τς βραδιᾶς μιτρούσαμι πόσις παράδις εἴχαμι σμαζώξ'.

Τν ἄλλ' τ' μέρα τοὺ προυΐ, 'ν Καθαρουδιφτέρα, ἅμα χόρτινάμι τοὺν ὕπνου, σκώνουμάσταν  κι νίβουμάσταν, μᾶς ἴλιγαν οἱ μάννις μας πρῶτα νὰ πααίνουμι νὰ βροῦμι μνιὰ φουλιὰ κι ὕστιρα νὰ ρθοῦμι γιὰ νὰ ἔτρουγάμι προυϊνό. Αὐτόϊας ἦταν εὔκουλου. Ἰπειδὴς τὰ δέντρα δὲν εἶχαν βγάλ' ἀκόμα φύλλα, οἱ φουλιὲς ἀπ' τὰ πλιὰ χτυποῦσαν στὰ μάτχια ἀπ' ἀλάργα. Ἰνῶ στοὺν κιρὸ ἀπ' ἔχν φύλλα εἶνι κρυμμένις.

Δὲ δουκιοῦμι ἂν πάηνάμι γιὰ φουλιές, ἀλλὰ πάηνάμι ὅμους στοὺ Γκουβρουγιώργου, στοὺ Γκουβρουδημήτρη ἢ στοὺν Κουτουλουκώτσιου κι ἀγόραζάμι μὶ παράδις ἀπ' τὰ κιράζματα κάνα κουμμάτ' χαλβᾶ ἢ θριψίν'. Τέτχοια θριψίν' σὰν κι κείν' δὲν ἔχου ματαφάει. Ἅμα εἶχι καλὸν κιρό, οἱ μάννις μας 'ν Καθαρουδιφτέρα ἔβγαναν ὄξου ὅλα τὰ σκιπάζματα κι τς στρουμάτσις. Τὰ τίναζαν κι καθάρζαν τοὺ σπίτ'.

Μνιὰ τέτχοια Καθαρουδιφτέρα, θἄμαν τρίτ' τάξ' στοὺ Δημουτικό, 'π  ἔβγαλι ἡ μάννα μ' τ' βριζαμιὰ ἀποὺ τ' στρουμάτσις κι τὰ ρουκόφυλλα ἀπ' τὰ προυσκέφαλα, ἰγὼ δουκίμασα μὶ τοὺ τσικμάκ' ἂν ἔπιρναν φουτχιά. Τσιακμάτσα κάνα δγυὸ τρεῖς φουρές. Ἅμα ἅρπαξαν ὅμους φουτχιὰ κι μπουμπούνξαν,  δὲν κατάφιρα νὰ τ' σβύσου κι τοὺ καψάλουσα σιαπέρα γιατὶ σὶ λίγου θὰ πλάκουναν οἱ φλιῶτις.

Ἔτσιαας πιρνοῦσι ἡ Καθαρουδιφτέρα, ἀρχινοῦσι ἡ Καθαρουβδόμαδα κι ἡ Τρανὴ Σαρακουστή. Ναὶ Κούλουμα, π' λιέν' σν Ἀθήνα, ναὶ χαρταητοί. Στοὺ χουργιό, ἅμα ἔβγηνάμι λίγου παραόξου, ὅπουτις ἤθιλνάμι, εἴχαμι κι Κούλουμα κι χαρταητοί.

 

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack