www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (3) - Αρχαιοελληνικοί Χρόνοι (του Γ. Ι. Συντουκά) Εκτύπωση
Παρασκευή, 17 Αύγουστος 2012 11:52

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (3)

Αρχαιοελληνικοί Χρόνοι

(αναδημοσίευση από την έκδοση “Ο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος” του Σ.Μ.Ε.)

Απόδοση από τον Γ. Ι. Συντουκά

Μηχανικό Μεταλλείων - Μεταλλουργό

3. ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

3.1. Γενικά

synt17.8.12_1cvΟι ιστορικοί αρχαιοελληνικοί χρόνοι καλύπτουν τους τελευταίους οκτώ προχριστιανικούς αιώνες. Θεωρείται ότι έχουν σαν αφετηρία την πρώτη Ολυμπιάδα (776 π.Χ) και τελειώνουν με την κατάλυση από τους Ρωμαίους του τελευταίου ελληνιστικού κράτους, της ελληνιστικής Αιγύπτου, το 31 π.Χ. Όλη η περίοδος χαρακτηρίζεται από πλουσιότατη πολιτιστική δραστηριότητα, που με τα επιτεύγματά της στις τέχνες και τα γράμματα θεμελίωσε τον πολιτισμό σε πανανθρώπινη κλίμακα.

Οι ιστορικές πηγές απ’ όπου αντλούνται πληροφορίες για την πορεία της αρχαιοελληνικής μεταλλείας και μεταλλοτεχνίας είναι τα γραπτά κείμενα (συγγράμματα και επιγραφές), τα λείψανα της μεταλλευτικής δραστηριότητας (σκωρίες, στοές κ.λ.π.) και τα αρχαιολογικά ευρήματα (όπλα, εργαλεία, κοσμήματα, έπιπλα κ.λ.π.).

Τις πρώτες πληροφορίες για τη μεταλλεία μας τις δίδουν οι δύο μεγάλοι ποιητές, Όμηρος και Ησίοδος. Και οι δύο έζησαν στην ανατολή της αρχαιοελληνικής περιόδου (τον 9ο αιώνα π.Χ. ο Όμηρος, τον 8ο αιώνα π.Χ. ο Ησίοδος) και τα έργα τους περιέχουν πολλά στοιχεία που φωτίζουν τη δραστηριότητα γύρω από τα μέταλλα και των προηγούμενων, αλλά και των σύγχρονων με αυτούς γενεών. Παρόμοιες διάσπαρτες πληροφορίες υπάρχουν και σε πλήθος έργων μεταγενέστερων συγγραφέων, όπως π.χ. του Παυσανία, του Διόδωρου του Σικελιώτη, του Ζήσιμου, αλλά και του Ηρόδοτου, του Θουκυδίδη, του Ξενοφώντα, του Αριστοτέλη, του Στράβωνα κ.λ.π.

Κατά την περίοδο αυτή είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, όπως και σε πλήθος άλλων τομέων, αρχίζει να παίρνει επιστημονική μορφή η έρευνα για τα μέταλλα και τα ορυκτά. Είναι άλλωστε οι έλληνες φιλόσοφοι, με προεξάρχοντες τους Ίωνες “φυσικούς” αυτοί που εγκαινιάζουν την επιστημονική έρευνα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα καθρεπτίζεται στην “Ορυκτολογία” του Θεόφραστου (περίπου 372 π.Χ. – περίπου 287 π.Χ.). Το “Περί Λίθων” τμήμα της, που διασώθηκε, αποτελεί, κατά γενική αναγνώριση, την πρώτη επιστημονική Ορυκτολογία. Στο έργο αυτό ο Θεόφραστος δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή των ως τότε γνωστών μετάλλων, γαιών και πετρωμάτων, αλλά επεκτείνεται και σε επιστημονική εξέταση της υφής και των ιδιοτήτων τους, προχωρώντας μέχρι και την εξήγηση της προέλευσής τους. Δίνει μάλιστα τέτοια πληθώρα στοιχείων, ώστε γίνεται αδιαμφισβήτητο το συμπέρασμα ότι οι αρχαιοέλληνες είχαν ανεβάσει σε καταπληκτικά υψηλό βαθμό για την εποχή εκείνη τη μεταλλεία. Είχαν εντοπίσει πάρα πολλές μεταλλοφόρες περιοχές, είχαν οργανώσει πολλά μεταλλεία και ορυχεία, είχαν προάγει σε καταπληκτικό βαθμό τη μεταλλουργία και τη μεταλλοτεχνία και είχαν αναπτύξει ένα μεγάλης ακτίνας και θαυμαστής οργάνωσης εμπόριο των μετάλλων.

Σημαντικό επίσης δείγμα της τεχνικής ανάπτυξης σε θέματα επεξεργασίας των μετάλλων κατά την περίοδο των αρχαιοελληνικών χρόνων αποτελεί λίθινη επιγραφή του 4ου π.Χ. αιώνα που βρέθηκε στην Ελευσίνα το 1893, και που διαπιστώθηκε ότι αποτελεί μια από τις αρχαιότερες ολοκληρωμένες τεχνικές προδιαγραφές. Πρόκειται κατασκευαστική παραγγελία για το Τελεστήριο της Ελευσίνας, όπου καθορίζονται η χημική σύνθεση του κρατερώματος (μπρούντζου) των εμπολίων και των πόλων για την ανέγερση των κιόνων του προστώου, οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες των χάλκινων συνδέσμων, οι διάμετροι των πόλων κατά την τόρνευσή τους κ.α.

3.2. Μεταλλευτική Δραστηριότητα

Κατά την κλασσική περίοδο (5ος και 4ος αιώνες π.Χ.), οι αρχαίοι Έλληνες εξακολούθησαν, όπως και την προηγούμενη περίοδο, να εισάγουν από το εξωτερικό σημαντικές ποσότητες μετάλλων για τις μεταλλουργικές βιοτεχνίες τους. Βασικό ρόλο σ’ αυτού του είδους την δραστηριότητα έπαιξε το πολύ ανεπτυγμένο εμπόριο. Παράλληλα όμως προχώρησαν σε πλήρη αξιοποίηση και του εγχώριου μεταλλευτικού πλούτου, όπως φαίνεται από τα υπολείμματα που βρέθηκαν σε πολλές θέσεις του ελλαδικού χώρου. Με βάση τις σκωρίες από εκκαμινεύσεις και τα υπολείμματα στοών που έχουν βρεθεί και μελετηθεί μέχρι τώρα, ο αριθμός των μεταλλοπαραγωγικών μονάδων της κλασσικής περιόδου υπολογίζεται σε πολλές δεκάδες, στο σύνολο του ηπειρωτικού, αλλά και του νησιωτικού χώρου. Τα κυριότερα μέταλλα και ορυκτά που παράγονταν από την μεταλλευτική δραστηριότητα των αρχαιοελλήνων ήταν :

-      Σίδηρος στην Ροδόπη (από τον 8ο π.Χ αιώνα), νοτιοδυτικά της λίμνης Βόλβης, στην Κύθνο, στη Σέριφο (όπου βρέθηκαν υπόγεια έργα), στη Λακωνία (που ο σίδηρός της ήταν γνωστός στις αγορές της Μεσογείου σαν καλής ποιότητας), στην Κρήτη κ.α.

-      Άργυρος και μόλυβδος στο Λαύριο, στη Σίφνο, στην περιοχή της λίμνης Δοϊράνης.

-      Χαλκός, χρυσός και άργυρος στην Κύπρο, στη Θάσο, στο Παγγαίο στην Εύβοια και την Χαλκιδική. Στην τελευταία σώζονται ακόμη και στοές από τ’ αρχαία μεταλλεία της.

-      Ψευδάργυρος και μόλυβδος στη Ροδόπη.

-      Θείο, τραχείτης, καολίνης κ.α. στη Μήλο.

-      Μάρμαρα στην Αττική (Πεντέλη), στη Νάξο, στην Πάρο, στη Χίο κ.α.

-      Ασβεστόλιθοι σε όλη σχεδόν τη χώρα.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους η ελληνική επικράτεια επεκτείνεται σε όλες τις πλούσιες σε μέταλλα χώρες της Ανατολής. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ακόμη περισσότερο ευνοϊκές συνθήκες για τη μεταφορά προς την κυρίως Ελλάδα μετάλλων και μεταλλευμάτων μέσω του εμπορίου. Ταυτόχρονα όμως ευνοεί και τη μετανάστευση από την Ελλάδα πολλών  μεταλλοβιοτεχνών και μεταλλοτεχνιτών, καθώς από τους Διαδόχους και τους Επιγόνους ιδρύονται στις χώρες αυτές πολλά κέντρα πολιτισμού με κυρίαρχη την ελληνική δραστηριότητα. Η ανάπτυξη του εμπορίου των πρώτων υλών και η μετανάστευση τεχνιτών προς τις χώρες της Ανατολής είχε τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μεταλλεία, ελαττώνοντας αισθητά την παραγωγή της. Την εποχή εκείνη η μεταλλευτική δραστηριότητα στην κυρίως Ελλάδα περιορίζεται κυρίως στα χρυσωρυχεία του Παγγαίου και στο Λαύριο. Λόγω της πολύ μεγάλης σημασίας που είχαν τα δύο σημαντικά αυτά μεταλλευτικά κέντρα σε όλη την αρχαιοελληνική περίοδο, θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά για το καθένα τους σε ιδιαίτερο κεφάλαιο παρακάτω.

Στο σύνολο της περιόδου αυτής συντελέστηκε σημαντική πρόοδος στην μεθοδολογία εκμετάλλευσης των μεταλλείων. Η χρησιμοποίηση ανώτερης ποιότητας χάλυβα στην κατασκευή των εργαλείων και οι πρόοδοι στην ανίχνευση, τον εμπλουτισμό και την εκκαμίνευση των μεταλλευμάτων έθεσαν της βάσης ανάπτυξης της μεταλλευτικής επιστήμης στη μορφή που είναι γνωστή σήμερα. Την εποχή αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά η εκτεταμένη διερεύνηση της μορφολογίας των φλεβών των μεταλλευμάτων, της περιεκτικότητάς τους σε μέταλλα, η λήψη όλο και περισσότερων μέτρων ασφαλείας και η προδιαγραφή, κατά κάποιο τρόπο, της πορείας της εκμετάλλευσης. Η διαδικασία εκμετάλλευσης είχε πολλές ομοιότητες με τη μεθοδολογία που και σήμερα ακολουθείται σε υπόγεια κοιτάσματα, με διάνοιξη στοών παράλληλων προς τις φλέβες του κοιτάσματος, με εντοπισμό των φλεβών μέσω “κεκλιμμένων” στοών και με εξέλιξη της εκμετάλλευσης από κάτω προς τα επάνω. Οι στοές γενικά ήταν μικρές σε μέγεθος (0,60 ως 1 μ. ύψος), καθώς τα τότε μέσα εξόρυξης και μεταφοράς δεν επέτρεπαν τη διάνοιξη μεγάλων στοών, ενώ η φροντίδα για τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων δούλων ήταν σχετικά μικρή.

Θαυμαστή για την εποχή εκείνη παρουσιάζεται η τέχνη εξόρυξης των μαρμάρων, όπως φαίνεται από αρχαία λατομεία στην Πεντέλη, στην Αγ. Μαρίνα, τη Θάσο κ.α. Η περιχάραξη των μαρμάρινων όγκων γινόταν με στενή δίοδο (τρανσέρα), μέσα στην οποία χωρούσε μόνο ένας άνθρωπος. Κατόπιν, με τη βοήθεια ξύλινων σφηνών, αποκολλούνταν ο όγκος από την φυσική του θέση. Για τον σκοπό αυτό, βρέχονταν οι ξύλινες σφήνες και η διόγκωσή τους προκαλούσε την απόσπαση του περιχαραγμένου όγκου. Στη συνέχεια, οι όγκοι αυτοί μεταφέρονταν με τη βοήθεια κορμών δέντρων (στρογγύλια) έξω από τα λατομεία.

Το προσωπικό που σχεδόν αποκλειστικά χρησιμοποιούνταν για την πραγματοποίηση των μεταλλευτικών εργασιών ήταν οι δούλοι, και η κυριότερη πηγή προμήθειάς τους ήταν οι πόλεμοι. Στα σκλαβοπάζαρα της κλασσικής εποχής οι δούλοι πουλιούνταν από 130 ως 195 δραχμές της εποχής, ανάλογα με την ηλικία και την σωματική τους δύναμη, και οι ιδιοκτήτες τους τους νοίκιαζαν στους εργολάβους των μεταλλείων προς 60 δραχμές το χρόνο. Αναφέρεται ότι ο στρατηγός των Αθηναίων Νικίας, που σκοτώθηκε στην εκστρατεία κατά της Σικελίας το 413 π.Χ., είχε στην κατοχή του 1.000 δούλους που τους νοίκιαζε στα μεταλλεία του Λαυρίου. Οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ σκληρές, μη δίνοντας περιθώρια ζωής στους δούλους μεταλλωρύχους περισσότερο από 5 με 6 χρόνια. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου 20.000 δούλοι, που οι περισσότεροί τους εργάζονταν στα μεταλλεία του Λαυρίου, δραπέτευσαν στους Σπαρτιάτες, μόλις οι τελευταίοι κατέλαβαν τη Δεκέλεια.

3.3. Τα “Αργυρεία” του Λαυρίου

Τα μεταλλεία του Λαυρίου, τα “αργυρεία” όπως ονομαζόταν από τους αρχαίους συγγραφείς εξαιτίας του άφθονου αργύρου που παραγόταν σ’ αυτά, δίνουν τα περισσότερα και καλύτερα στοιχεία για την περιγραφή της εξελικτικής πορείας της ελληνικής μεταλλείας κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους. Αποτέλεσαν την σημαντικότερη πηγή υλικών πόρων για την ανάδειξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και ο ρόλος τους αυτός στάθηκε η αιτία να γνωρίσουν στο Λαύριο την καλύτερη εφαρμογή τους όλες οι κατακτήσεις που σημείωσε κατά την αρχαιοελληνική περίοδο η μεταλλεία.

3.3.1. Ιστορία των Μεταλλείων

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τον ακριβή καθορισμό της έναρξης λειτουργίας των αθηναϊκών μεταλλείων στο Λαύριο. Κάποιες πηγές δίνουν την πληροφορία ότι την εκμετάλλευσή τους πρωτοξεκίνησαν οι Φοίνικες, ενώ άλλες ανατρέχουν στα μυθολογικά χρόνια, αναφέροντας ότι η εκμετάλλευσή τους ξεκίνησε στα χρόνια είτε του Ερεχθέα είτε του Θησέα. Φαίνεται πάντως ότι μέχρι τον 6ο π.Χ. αιώνα η σχετική δραστηριότητα ήταν περιορισμένη, κυρίως λόγω των δυσκολιών απόληψης του αργύρου από το μητρικό πέτρωμα (γαληνίτης), που δεν είχαν ξεπεραστεί ακόμη σε ικανοποιητικό βαθμό, καθώς επίσης και λόγω της σχετικής έλλειψης δούλων, που δεν επαρκούσαν για την υποστήριξη και της εξορυκτικής δραστηριότητας. Μέχρι τότε λοιπόν φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αρκετοί Αθηναίοι επιχειρηματίες πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν την επένδυση κεφαλαίων στα μεταλλεία του Λαυρίου και ο ελληνικός κόσμος προμηθευόταν ακόμη το πολύτιμο αυτό μέταλλο είτε από εισαγωγές από χώρες της Ανατολής, είτε από τα μεταλλεία της Σίφνου και της Θάσου. Το 483 π.Χ. όμως, στο τέλος της ανάπαυλας μεταξύ Μαραθώνα και Σαλαμίνας, η κατάσταση άλλαξε εντελώς όψη. Οι Αθηναίοι ανακάλυψαν, τυχαία ίσως, νέα και πολύ πλούσια φλέβα στην Μαρώνεια, που τράβηξε το ενδιαφέρον όλων των πλουσίων. Όποιος είχε διαθέσιμα χρήματα και τον κατάλληλο αριθμό δούλων, νοίκιαζε από το Κράτος ανάλογη έκταση και την εκμεταλλευόταν. Το ενδιαφέρον ήταν τόσο μεγάλο, ώστε η πόλη εισέπραττε κάθε χρόνο από ενοίκια ένα τεράστιο ποσό (πάνω από 50 τάλαντα χρυσού κατά τον Ηρόδοτο, 100 τάλαντα κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του “Αθηναίων Πολιτεία”. Το τάλαντο ήταν μονάδα μέτρησης μάζας, που ισοδυναμούσε, στην Αττική, με περίπου 26 σημερινά χιλιόγραμμα). Τους πόρους αυτούς ο Θεμιστοκλής τους αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο, ναυπηγώντας τις τριήρεις που στάθηκαν ο κυριότερος παράγοντας νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στην ναυμαχία της Σαλαμίνας και στις άλλες που ακολούθησαν.

Από την εποχή αυτή η μεταλλευτική δραστηριότητα στο Λαύριο πήρε μέγεθος που της έδωσε βιομηχανική μορφή και, ακολουθώντας την ιστορική πορεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, γνώρισε αντίστοιχες ακμές και παρακμές. Την μεγαλύτερη ακμή τους την γνώρισαν στα χρόνια του Θεμιστοκλή και του Περικλή, από το 483 π.Χ. ως την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου το 431 π.Χ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού, η δραστηριότητα στα μεταλλεία περιορίστηκε πολύ για να φτάσει στην ανυπαρξία μετά το 413 π.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκαν από τους δούλους που εργάζονταν σ’ αυτά, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Λόγω της μείωσης της δραστηριότητας και της επακόλουθης έλλειψης αργύρου, οι Αθηναίοι αναγκάσθηκαν να κόψουν χρυσά νομίσματα το 407 π.Χ. και χάλκινα το 406 π.Χ., χρησιμοποιώντας τα αναθήματα της Ακρόπολης. Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας από τον Θρασύβουλο το 403 π.Χ., ξαναρχίζει η εκμετάλλευση γνωρίζοντας μια νέα περίοδο ακμής την περίοδο 338 ως 326 π.Χ., για να αρχίσει πάλι να παρακμάζει εξαιτίας του άφθονου μακεδονικού χρυσού του Παγγαίου που εκτόπισε από την αγορά τους περσικούς δαρεικούς και υποτίμησε τον αθηναϊκό άργυρο. Στη συνέχεια, μετά από μια μικρή περίοδο αναλαμπής στα χρόνια του Δημητρίου του Φαληρέως την περίοδο 317 ως 307 π.Χ., τα μεταλλεία ακολούθησαν στην παρακμή την Αθήνα των ελληνιστικών χρόνων. Από το 146 π.Χ. ως το 87 π.Χ. γνώρισαν μια αναλαμπή ακμής, με την αναχώνευση σκωριών της παλαιότερης μεταλλευτικής δραστηριότητας, για να περιέλθουν οριστικά στην αφάνεια με την επιδρομή του Σύλλα, που ρήμαξε την Αττική.

3.3.2. Η Μεταλλευτική Δραστηριότητα

Τα μεταλλεία του Λαυρίου, όπως προκύπτει από τη σύγχρονη έρευνα, είχαν απλωθεί σε μια έκταση της λαυρεωτικής περίπου 40.000 στρεμμάτων, στο τρίγωνο Καμάριζα – Σούριζα – Πλάκα. Στην περιοχή αυτή έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 1.000 φρέατα και περίπου άλλες τόσες στοές, ενώ το σύνολο της μεταλλευτικής δραστηριότητας κάλυπτε όλους τους τομείς από την αναζήτηση και εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την παραγωγή τελικών προϊόντων από το περιεχόμενο μέταλλο.

-      Τα φρέατα και οι στοές: Τα φρέατα είχαν συνήθως διατομή 1,30 Χ 1,90 μ. (και σπανιότερα 1,90 Χ 2,00 μ.) και ήταν κατά κανόνα βαθιά. Το βαθύτερο που μέχρι τώρα ανακαλύφθηκε είχε βάθος 119 μ. Οι στοές είχαν ύψος 0,50 ως 0,60 μ. (που σπάνια έφτανε το 1 μ.) και πλάτος 0,60 ως 0,90 μ. Με τις διαστάσεις αυτές και με τα τότε εξορυκτικά μέσα, ο κάθε μεταλλωρύχος μπορούσε να ανοίγει περίπου 12 μ. στοάς ή 5 μ. πηγαδιού τον μήνα. Στα επικίνδυνα κενά αφήνονταν υποστηρίγματα (“όρμοι” ή “μεσοκρινείς”) από το ίδιο το μετάλλευμα, με πιο σπάνια την περίπτωση να χρησιμοποιούνται και ξύλινα υποστηρίγματα. Οι εργάτες κατέβαιναν στα πηγάδια με ξύλινες σκάλες, που στηρίζονταν σε κατάλληλες τρύπες των τοιχωμάτων. Βρέθηκαν και πηγάδια που χρησίμευαν για την ανέλκυση του μεταλλεύματος στην επιφάνεια, καθώς και άλλα για το εξαερισμό των υπογείων έργων.

-      Τα σκαπτικά εργαλεία: Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν ήταν όλα χαλύβδινα και ήταν η κοινή αξίνα (κασμάς), το σφυρί (“τυπίς”) και το καλέμι (“ξοΐς”). Το σφυρί είχε βάρος περίπου 2,5 κιλά, με επίπεδη τη μια άκρη και μυτερή την άλλη, ενώ είχε ξύλινο στειλιάρι μήκους περίπου 0,20 – 0,30 μ. Το καλέμι είχε μήκος 0,20 ως 0,35 μ. και μυτερή αιχμή.

-      Η τεχνική της εξόρυξης: Με το άνοιγμα φρεάτων και στοών αναζητούνταν το μετάλλευμα και όταν αυτό εντοπιζόταν, με δοκιμαστικά φρέατα και πλάγιες στοές γινόταν η εξακρίβωση των διαστάσεων του μεταλλοφόρου όγκου. Στη συνέχεια άρχιζε η εξόρυξη, συνήθως από κάτω προς τα επάνω. Ο μεταλλωρύχος (“διορύττον ανδράποδο”) με το σφυρί και το καλέμι αποσπούσε από τον μεταλλοφόρο όγκο μικρά κομμάτια, που μεταφέρονταν σε δερμάτινους ή πλεκτούς με σπάρτο σάκους (“πήραι” ή “θήλακοι”) από τους μεταφορείς δούλους (“θηλακοφόρα ανδράποδα”) στους τόπους της παραπέρα επεξεργασίας, με ανέλκυση μέσω των πηγαδιών.

-      Οι συνθήκες εργασίας: Η περισσότερη εξορυκτική εργασία γινόταν στις, μικρού μεγέθους στοές, ακολουθώντας τις φλέβες του μεταλλεύματος. Ο μεταλλωρύχος, λόγω του μικρού ύψους της στοάς (που επιβαλλόταν και για λόγους μεγαλύτερης ασφάλειας), εργαζόταν σ’ αυτές ξαπλωμένος πλάγια ή ανάσκελα, σχεδόν ολόγυμνος και με τα πόδια αλυσοδεμένα, για να μη μπορεί να δραπετεύσει, ενώ στο σώμα του έφερε πυρότυπη τη σφραγίδα του κυρίου του. Η εργασία ήταν πολύ σκληρή, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εργοδοσίας και να αποφεύγουν τις τιμωρίες. Ο φωτισμός των στοών γινόταν με πήλινους ελαιόλυχνους, που τοποθετούνταν σε ειδικά κοιλώματα της στοάς και κρατούσαν 10 ώρες, όσο δηλαδή και ο ημερήσιος χρόνος εργασίας κάθε ομάδας. Η τροφή των δούλων ήταν αρκετά ικανοποιητική, για να μπορούν να ανταπεξέρχονται στις σκληρές συνθήκες εργασίας και να αντέχουν περισσότερο χρόνο.

-      Τα καθαριστήρια του μεταλλεύματος: Τα κομμάτια μεταλλεύματος που παράγοντας όπως περιγράφηκε παραπάνω, μεταφέρονταν στα καθαριστήρια, όπου ετοιμάζονταν για εμπλουτισμό και εκκαμίνευση. Πρώτα καθαρίζονταν με χειροδιαλογή τα στείρα υλικά. Έπειτα το μετάλλευμα θρυμματιζόταν με το χέρι, με πέτρινα γουδιά (“λίθινοι όλμοι”) και σιδερένια γουδοχέρια (“ύπεροι”), σε κομμάτια μεγέθους ρεβιθιού. Στη συνέχεια, αλεθόταν σε χειροκίνητους μύλους, που κινούταν από δούλους με τη βοήθεια ξύλινων μοχλών (“κώπαι”). Εκεί το μετάλλευμα γινόταν ψιλό (“κέγχρος”), με μέγεθος κόκκων περίπου 1 χιλιοστό και αφού κοσκινιζόταν σε ειδικά κόσκινα (“σάλακες”), μεταφερόταν στο πλυντήριο (“κεγχρεών”), όπου συμπληρωνόταν ο εμπλουτισμός με το πλύσιμο.

-      Τα πλυντήρια: Επρόκειτο για τελειότατης σύλληψης κατασκευή εμπλουτισμού του μεταλλεύματος. Αναπαράσταση τους δίνεται στο παρακάτω σκαρίφημα, ενώ αμέσως μετά φαίνονται τα υπολείμματα ενός τέτοιου πλυντηρίου, όπως έχει μέχρι σήμερα διασωθεί.

Αναπαράσταση της λειτουργίας ελικοειδούς πλυντηρίου των μεταλλείων Λαυρίου


Διασωθέν τμήμα ελικοειδούς πλυντηρίου των μεταλλείων Λαυρίου

       Η κατασκευή αποτελείτο από ένα πέτρινο ρείθρο, διαμέτρου περίπου 6 μ., του οποίου το τέλος βρίσκεται περίπου 20 εκ. χαμηλότερα σε σχέση με την αρχή του, και το οποίο είχε σε όλο το μήκος του μια σειρά από διαδοχικές λακκούβες. Όλη η κατασκευή ήταν στεγανή με υδατοστεγές επίχρισμα (σοβάς) ειδικής κατασκευής. Οι δούλοι τροφοδοτούσαν στην αρχή του πλυντηρίου το μετάλλευμα και νερό, το οποίο παρέσυρε τους κόκκους του μεταλλεύματος κατά τη ροή του. Στις πρώτες κοιλότητες κατακάθονταν το περισσότερο βαρύ μετάλλευμα, που ήταν και το πιο πλούσιο σε μόλυβδο και άργυρο, ενώ στις τελευταίες κοιλότητες έφτανε το πιο φτωχό, το οποίο απορρίπτονταν σαν στείρο. Το νερό κατέληγε σ’ ένα σημείο κοντά στην αρχή του ρείθρου, απ’ όπου οι δούλοι το επανακυκλοφορούσαν. Ο τύπος αυτός του πλυντηρίου ανακατασκευάστηκε την σύγχρονη εποχή από μπετόν και διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσε πολύ αποτελεσματικά, με απόδοση της τάξης του 60%. Ιδιαίτερη σημασία για την λειτουργία των πλυντηρίων έχει η ύπαρξη νερού, που στη συγκεκριμένη περιοχή περιορίζεται μόνο στα βρόχινα. Κοντά στα πλυντήρια λοιπόν είχαν κατασκευαστεί δεξαμενές (“ενδοχεία” ή “υποδοχαί”), χωρητικότητας 100 ως 600 κυβ. μ., για τη συγκέντρωση των βρόχινων νερών. Για την προστασία μάλιστα του νερού από την εξάτμιση, δεξαμενές και πλυντήρια ήταν σκεπασμένα με ξύλινα στέγαστρα.

-      Η εκκαμίνευση: Το εμπλουτισμένο μετάλλευμα μεταφερόταν στα καμίνια για εκκαμίνευση, απ’ όπου εξαγόταν ένα μεταλλικό μείγμα μολύβδου και αργύρου (αργυρούχος μόλυβδος). Δούλευαν με ξυλοκάρβουνο, γι’ αυτό όσο καιρό εξυπηρετούνταν από την ντόπια ξυλεία ήταν εγκατεστημένα κοντά στα πλυντήρια. Όταν όμως τα δάση της λαυρεωτικής εξαντλήθηκαν και άρχισε να χρησιμοποιείται η ξυλεία της Εύβοιας και των Κυκλάδων, μεταφέρθηκαν στους κοντινούς όρμους, όπου και βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες σκωριών. Ήταν μικρά, με διάμετρο το πολύ 1 μ., κατασκευασμένα από πλάκες σχιστολίθου ή τραχείτου. Το μετάλλευμα, ανακατεμένο με ξυλοκάρβουνο τοποθετούνταν στο εσωτερικό του, ενώ ο αέρας για την καύση διοχετεύονταν από τη βάση με χειροκίνητα φυσερά. Το μετάλλευμα έλιωνε και αποχωρίζονταν ο αργυρούχος μόλυβδος, ο οποίος έρρεε από την βάση. Τα αέρια της καύσης, που περιείχαν άνθρακα, θείο, αρσενικό, αντιμόνιο κ.λ.π. έφευγαν από την καπνοδόχο του καμινιού.

-      Η κυπέλλωση: Μετά την εκκαμίνευση ακολουθούσε η εξαγωγή του αργύρου από τον αργυρούχο μόλυβδο, στον οποίο άλλωστε αποσκοπούσε κυρίως η μεταλλευτική δραστηριότητα του Λαυρίου. Η εργασία αυτή γινόταν σε ειδικά πυρίμαχα κύπελλα, απ’ όπου πήρε και το όνομά της. Στα κύπελλα αυτά, τοποθετημένα μέσα σε καμίνια, που λειτουργούσαν με ξυλάνθρακα και φυσερά, τροφοδοτούσαν τον αργυρούχο μόλυβδο. Η θερμοκρασία έφτανε γύρω στους 1.000 οC, με αποτέλεσμα να οξειδώνεται ο μόλυβδος, να ανεβαίνει στην επιφάνεια με την μορφή του λιθάργυρου (οξείδιο του μολύβδου) και να τρέχει από μια εγκοπή του κυπέλου στο δάπεδο , σχηματίζοντας πλάκες λιθάργυρου, μεγάλες ποσότητες του οποίου βρέθηκαν στο Λαύριο. Ο άργυρος, που, σαν ευγενές μέταλλο, δεν οξειδώνεται, παρέμενε στον πυθμένα του κυπέλλου και απολαμβανόταν σε μεταλλική μορφή, με περιεκτικότητα 96 - 98% σε άργυρο και 4 - 2% σε μόλυβδο και χαλκό. Περιείχε επίσης και μικρή ποσότητα χρυσού, μιας και αυτός δεν οξειδώνεται κατά την κυπέλλωση (περίπου 1 ως 3 γραμ. για κάθε κιλό αργύρου).

3.3.3. Η Παραγωγή των Μεταλλείων

Το μετάλλευμα του Λαυρίου είναι θειούχος ή οξειδωμένος μόλυβδος, που, όπως εξορυσσόταν τότε, περιείχε περίπου 20% μόλυβδο και περίπου 400 γραμ. άργυρο ανά τόνο μεταλλεύματος. Οι αρχαίοι το ονόμαζαν αργυρίτη λίθο, καθώς ενδιαφερόταν κυρίως για τον άργυρο. Εκτός όμως από τον τελευταίο, που απολαμβανόταν με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω, γινόταν παραγωγή και πλήθους άλλων προϊόντων, με μεθόδους που δεν είναι σκόπιμο να αναφερθούν εδώ, κυρίως όμως σαν εξαχνώματα της εκκαμίνευσης. Τα προϊόντα αυτά είναι κατά πρώτο λόγο ο μόλυβδος και δευτερευόντως η καδμία (μάλλον οξείδιο του ψευδαργύρου), ο σποδός (οξείδιο του αντιμονίου), η μολύβδαινα (οξείδιο του μολύβδου) και το κιννάβαρι (πιθανότατα το σημερινό μίνιο). Εκτιμάται ότι στο διάστημα της λειτουργίας των μεταλλείων παρήχθησαν από αυτά περίπου 2.100.000 τόνοι μολύβδου και 8.400 τόνοι αργύρου. Βρέθηκαν επίσης στη σύγχρονη εποχή στον χώρο των μεταλλείων περίπου 7.000.000 τόνοι φτωχό μετάλλευμα και περίπου 1.400.000 τόνοι σκωρίες.

3.3.4. Τα Μεταλλεία του Λαυρίου σαν Μεγάλη Πηγή Πλούτου

Το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής των μεταλλείων σε άργυρο χρησιμοποιούνταν για την κοπή νομισμάτων. Κατά την κλασσική εποχή η τέχνη αυτή είχε φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο, δείχνοντας καθαρά την πρόοδο που είχε συντελεσθεί και σε άλλους κλάδους της μεταλλοτεχνίας και της μεταλλογνωσίας γενικότερα. Με την ανακυπέλλωση στα νομισματοκοπεία του αργύρου που προερχόταν από την κυπέλλωση, η καθαρότητά του έφτανε στο θαυμαστό επίπεδο του 98,5 – 99%, πράγμα που τον καθιστούσε κατάλληλο για την κατασκευή σταθερής σύνθεσης κερμάτων. Σαν αποτέλεσμα, ο πλούτος που εισέρρεε στα ταμεία της πόλης των Αθηνών είχε δημιουργήσει στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου απόθεμα της τάξης των 10.000 ταλάντων, που φυλάσσονταν στο θησαυροφυλάκιο της Ακρόπολης. Παράλληλα όμως, μεγάλος ήταν και ο αριθμός ιδιωτών που απέκτησαν μεγάλα πλούτη από τα μεταλλεία του Λαυρίου, καθώς η πλειονότητα των Αθηναίων είχε καταληφθεί από τον “μεταλλευτικό πυρετό” και η προσοχή τους ήταν στραμμένη σ’ αυτά. Ο Αριστοφάνης στους “Ιππείς” του διακωμωδεί αυτή την κατάσταση. Ο Ξενοφών στους “Πόρους” του θεωρεί τον άργυρο του Λαυρίου θεϊκό δώρο. Ο Αισχύλος στους “Πέρσες” του βάζει τον Άγγελο να πληροφορεί την Άτοσσα ότι η Αθηναϊκή Πολιτεία, που οι δυνάμεις της είχαν κατανικήσει στη Σαλαμίνα τον γιό της Ξέρξη, είναι ισχυρή γιατί διαθέτει μια πηγή αργύρου που είναι υπόγειος θησαυρός (“θησαυρός χθονός”).

3.3.5. Το Νομικό Καθεστώς

Το νομικό καθεστώς των μεταλλείων του Λαυρίου δεν διασώθηκε αυτούσιο. Οι ευκαιριακές όμως πληροφορίες που προέρχονται από διάφορους συγγραφείς δίνουν την δυνατότητα ικανοποιητικής ανασύνθεσής του. Τα στοιχεία που υπάρχουν είναι αρκετά πλούσια και αποτυπώνουν τη θέληση της Αθηναϊκής Πολιτείας για διευκόλυνση της μεταλλευτικής παραγωγής, αλλά και για άγρυπνη παρακολούθηση αυτής από το Κράτος. Το καθεστώς αυτό αποτέλεσε τη βάση, με σχετικές προσαρμογές, για τα μεταλλευτικά καθεστώτα μεταγενέστερων εποχών όχι μόνο στον ελληνικό χώρο (Αλεξανδρινή, Ρωμαιοκρατία, Βυζαντινή, Τουρκοκρατία και Νεοελληνική), αλλά και πέρα από αυτόν. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που έχουν διασωθεί, το μεταλλευτικό καθεστώς των μεταλλείων του Λαυρίου περιγράφεται συνοπτικά ως εξής:

-      Τα μεταλλεία ήταν κρατικά και ο Δήμος Αθηναίων τα μίσθωνε σε ιδιώτες.

-      Το δικαίωμα ενοικιάσεως το είχαν όλοι οι ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες και οι μέτοικοι, που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Πολιτείας.

-      Τα εν ενεργεία μεταλλεία (“αναξάσιμα μέταλλα”) μισθωνόταν για τρία χρόνια, ενώ εκείνα που λειτουργούσαν για πρώτη φορά (“καινά μέταλλα”) για δέκα χρόνια.

-      Τα όρια της περιοχής κάθε μίσθωσης προσδιορίζονταν με ακρίβεια κατά την χαρτογράφηση (“διαγραφή”), που προηγούνταν της εκμίσθωσης.

-      Το ενοίκιο υπολογιζόταν στο εικοστό τέταρτο των κερδών και φαίνεται πως προσδιοριζόταν κατ’ αποκοπή στην αρχή της εκμίσθωσης για όλη τη διάρκειά της. Καταβαλλόταν σε ετήσιες δόσεις (“καταβολαί”) και τυχόν καθυστέρηση της πληρωμής συνεπαγόταν κυρώσεις, που ποίκιλλαν από τον διπλασιασμό της οφειλής ως τη φυλάκιση του ενοικιαστού και την κατάσχεση της περιουσίας του.

-      Η Πολιτεία παρακολουθούσε με μεγάλη αυστηρότητα την εργασία στα μεταλλεία, επιβάλλοντας την τήρηση του ειδικού νόμου (“μεταλλικός νόμος”), μέσω του ειδικού (“μεταλλικού”) δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, τιμωρούνταν αυστηρά όποιος εξόρυσσε σε απαραχώρητη περιοχή (“άγραφον” ή ”αναπόγραφον μέταλλον”) έστω και υπόγεια. Ομοίως, όποιος εξόρυσσε σε παραχώρηση άλλου, όποιος ενοχλούσε ή διέκοπτε την εργασία του γείτονά του με βίαια μέσα (“εάν τις όπλα επιφέρη”) ή με τον καπνό των εξαεριστήρων του (“εάν τις υφάψη, εάν τις τύφη”), ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσπαθούσε να τον εκδιώξει (“εάν τις εξίλλη, δίκη εξούλης”).

-      Τον τρόπο πραγματοποίησης της εξόρυξης επίσης καθόριζε και παρακολουθούσε η Πολιτεία. Και αν κανένας παραχωρησιούχος, κινούμενος από πλεονεξία, έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του μεταλλείου του, εξορύσσοντας και τα στηρίγματά του, που συχνά ήταν μεταλλοφόρα, τότε η τιμωρία του ήταν αυστηρότατη. Έφτανε και ως την εσχάτη των ποινών, όπως έγινε με τον γνωστό για τα μεγάλα κέρδη του από τα μεταλλεία του Λαυρίου Δίφιλο, που το 330 π.Χ. καταδικάστηκε σε θάνατο από αυτή ακριβώς την αιτία.

3.4. Τα “Χρυσεία” της Μακεδονίας

Βασικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του αρχαίου Ελληνισμού έπαιξαν και τα μεταλλεία της Μακεδονίας και ιδιαίτερα της περιοχής που εκτείνεται από τον Αξιό ως τον Νέστο, της Θάσου συμπεριλαμβανομένης. Το σπουδαιότερο μέταλλο που από τα προϊστορικά χρόνια ανακαλύφθηκε εκεί και χρησιμοποιήθηκε από τους κατοίκους του τόπου ήταν ο χρυσός. Οι αναφορές στην εξόρυξη χρυσού στα μεταλλεία της Μακεδονίας είναι πάμπολλες και πολύ αρχαίες. Έτσι:

-      Ο Ηρόδοτος μιλά για μεταλλεία χρυσού και αργύρου (“χρύσεά τε και αργύρεα μέταλλα”) στο Παγγαίο και επισκέφθηκε τα μεταλλεία της Θάσου.

-      Ο Θουκυδίδης ήταν κάτοχος μεταλλείων στη Σκαπτή Ύλη (στην κοιλάδα των Φιλίππων) και δίνει πληροφορίες βασιζόμενες και στην προσωπική του πείρα.

-      Κατά τον Ηρόδοτο, οι Θάσιοι, που ως το 463 π.Χ.  είχαν στα χέρια τους το εμπόριο του χρυσού και του αργύρου του Παγγαίου, κέρδιζαν 200 με 300 τάλαντα το χρόνο, από τα οποία 80 από τη Θάσο, 80 από τη Σκαπτή Ύλη και τα υπόλοιπα από το Παγγαίο.

-      Επίσης κατά τον Ηρόδοτο, ο Πεισίστρατος, τον 6ο αιώνα π.Χ., χάρη στα πλούτη που απέκτησε στα μεταλλεία του Παγγαίου κατά την εξορία του, ανακατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα και στερέωσε την εξουσία του.

-      Ομοίως, πάλι κατά το Ηρόδοτο, ο τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος απέκτησε πολλά από τα πλούτη του –είχε κόψει μάλιστα και χρυσά νομίσματα- από τα χρυσωρυχεία της Μυρκίνου (κοντά στον Στρυμόνα), τα οποία του είχε παραχωρήσει ο Δαρείος, σαν κυρίαρχος της περιοχής την εποχή εκείνη.

-      Ο Αριστοτέλης στο έργο του “Ακούσματα” αναφέρει ότι στην περιοχή υπήρχε χρυσοφόρα (“χρυσίτις”) άμμος, καθώς και χρυσοφόρο χώμα (“αχώνευτος γη, η το χρυσίον εκβάλλουσα”), απ’ όπου με τα πλυντήρια (“χρυσοπλύσια”) έβγαζαν το χρυσό , με μικρές σχετικά δαπάνες.

-      Ο Θεόφραστος, στο “Περί Λίθων” έργο του κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα μεταλλεία χρυσού της Μακεδονίας.

Ο χρόνος έναρξης των μεταλλευτικών εργασιών στην μακεδονική γη δεν μπορεί να καθοριστεί, καθώς καμιά πηγή δεν παρέχει σχετικά στοιχεία. Η μεταλλευτική δραστηριότητα στο Παγγαίο φαίνεται να είναι πολύ παλιά, καθώς προκύπτει από τη σύνδεσή του με τον Διόνυσο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, ο θρακοφρυγικής προέλευσης αυτός θεός,  κάτω από τις σκληρές συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία του Παγγαίου, ελληνοποιήθηκε και έγινε φορέας ελπίδων για μια καλύτερη μεταθανάτια ζωή, με την αναγέννηση. Φαίνεται ότι οι πρώτοι εκμεταλλευτές ήταν Θράκες και οι Θάσιοι, οι τελευταίοι μάλιστα είχαν εγκαταστήσει αποίκους τους στην Σκαπτή Ύλη και σε άλλες περιοχές της ηπειρωτικής Μακεδονίας. Πολύ νωρίς η περιοχή προκάλεσε το ενδιαφέρον και των Ελλήνων του νοτιότερου ελλαδικού χώρου και κυρίως των Αθηναίων. Η εκμετάλλευση των πρώτων υλών της Μακεδονίας –και του μεταλλευτικού πλούτου επομένως- ήταν ο λόγος για τον οποίο οι Αθηναίοι, στην εποχή του Περικλή, έκτισαν την Αμφίπολη στη θέση “Εννέα Οδοί” κοντά στον Στρυμόνα. Η πόλη αυτή για περίπου μισό αιώνα είχε γίνει το κέντρο εμπορίου του μακεδονικού χρυσού και αργύρου. Για την κατοχή της περιοχής και των μεταλλείων της ο Φίλιππος Β’ διεξήγαγε πλήθος αγώνων, που τον βοήθησαν να επεκτείνει το βασίλειό του μέχρι το Νέστο. Στη συνέχεια, τα μεταλλεία αυτά έγιναν τεράστια πηγή οικονομικών δυνάμεων για την επικράτησή του στον ελλαδικό χώρο και για την ετοιμασία της εκστρατείας εναντίον των Περσών, που με τόση επιτυχία πραγμάτωσε ο γιός του Μ. Αλέξανδρος. Είναι χαρακτηριστικός ο χρησμός που το μαντείο των Δελφών έδωσε στον Φίλιππο –“αργυρέσις λόγχεσιν μάχου και πάντα νικήσεις”, δηλαδή πολέμα με τα χρήματα και θα τους νικήσεις όλους. Ο χρησμός αυτός περισσότερο βρήκε την εφαρμογή του στην επικράτηση του Φιλίππου στον ελλαδικό χώρο, που έγινε κυρίως με την εξαγορά συνειδήσεων, παρά με τα όπλα.

Ο Φίλιππος Β’ οργάνωσε τα μεταλλεία του Παγγαίου κατά θαυμαστό τρόπο. Κάνοντας κέντρο της μεταλλευτικής δραστηριότητας τις Κρηνίδες, που μετονόμασε σε Φιλίππους, πλούτισε την περιοχή με πλήθος έργων, μεταλλευτικά και εγγειοβελτιωτικά, και ανακάλυψε νέα μεταλλεία, φτάνοντας, κατά τον Διόδωρο, την ετήσια παραγωγή χρυσού σε 1.000 τάλαντα. Βελτίωσε μάλιστα και την καθαρότητα του χρυσού κατά δύο περίπου καράτια, πράγμα που δείχνει και αντίστοιχες βελτιώσεις στις μεθόδους και στα μέσα απόληψης των μετάλλων από τα μεταλλεύματά τους.

Το μέγεθος του πλούτου που αποκόμισε ο Φίλιππος από τα μακεδονικά “χρυσεία” φαίνεται και από τον οικονομικό πόλεμο που διεξήγαγε, χτυπώντας νικηφόρα με τους φιλιππικούς (“φιλίππειοι”) στατήρες του, τόσο τους “δαρεικούς” του πέρση μονάρχη, όσο και τις αργυρές δραχμές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, νομίσματα που και τα δύο κυριαρχούσαν στην τότε διεθνή αγορά.

Η κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας από τον Μ. Αλέξανδρο έφερε στην κατοχή του τελευταίου αμύθητα πλούτη σε χρυσό και άλλα πολύτιμα μέταλλα. Μόνο από τις κρύπτες του Μεγάλου Βασιλιά στα Εκβάτανα αποκόμισε 180.000 χρυσά τάλαντα. Αυτοί οι θησαυροί έκαναν τα μεταλλεία του Παγγαίου, και του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου, ελάχιστα κερδοφόρα ή και ασύμφορα, με αποτέλεσμα να γνωρίσει παρακμή η εκμετάλλευσή τους. Το ενδιαφέρον για την εκμετάλλευσή τους κορυφώθηκε εκ νέου επί Φιλίππου Ε’ (221 – 179 π.Χ.), για τον οποίο ο Τίτος Λίβιος γράφει ότι όχι μόνο φρόντισε να ξαναλειτουργήσουν τα παλιά μεταλλεία, αλλά άνοιξε και νέα σε πολλές θέσεις. Η εκμετάλλευσή τους συνεχίστηκε και επί του τελευταίου βασιλιά των Μακεδόνων Περσέα, για να περιέλθουν στη συνέχεια στην αφάνεια.

Ο χρυσός που αξιοποιήθηκε στην Μακεδονία βρισκόταν σε διάφορες μορφές:

-      Προσχωματικός, από κοίτες ποταμών και ρυακιών, όπως του Στρυμόνα, του Εχέδωρου (σημερινός Γαλλικός) κ.α. Ξεχωριζόταν από τις χρυσοφόρους άμμους με πλύση, που η διαδικασία της ήταν βασικά όμοια με την σημερινή.

-      Αυτοφυής, σε διάφορες περιοχές, όπως του Παγγαίου κ.α. Η εξόρυξή του γινόταν με άνοιγμα στοών και πηγαδιών στα σχιστολιθικά πετρώματα, όπου συνήθως απαντά, και ακολουθούσε ο διαχωρισμός του σε πλυντήρια.

-      Ενωμένος με διάφορα άλλα μέταλλα, κυρίως άργυρο και χαλκό. Τα πλουσιότερα παρόμοια μεταλλεύματα βρισκόταν στην περιοχή του Παγγαίου και στη Θάσο. Για την απόληψή του χρησιμοποιούταν κατά βάση η ίδια τεχνική που εφαρμοζόταν και στο Λαύριο, με εξόρυξη του μεταλλεύματος, πλύσιμό του, εκκαμίνευση και κυπέλλωση. Είναι πολύ πιθανό η τεχνική αυτή να έχει την κοιτίδα της σε χώρες της Ανατολής (Φρυγία, Βαβυλωνία κ.α.), όπου η μεταλλευτική είχε σημειώσει αξιόλογες προόδους από τα προϊστορικά χρόνια. Πολλοί δούλοι μεταλλωρύχοι που εργαζόταν στα μεταλλεία του Παγγαίου προερχόταν, από τα πρώιμα ακόμη χρόνια, από τις χώρες αυτές, με αποτέλεσμα να γίνει μεταφορά τεχνογνωσίας. Στην περιοχή του Παγγαίου όμως, όπως επίσης και στο Λαύριο, η τεχνική αυτή τελειοποιήθηκε σε αξιοθαύμαστο βαθμό.

Οι συνθήκες εργασίας ήταν και εδώ απάνθρωπες, συμβάλλοντας με τη σκληρότητά τους στην ελληνοποίηση του θεού Διόνυσου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η περιγραφή των συνθηκών εργασίας των μεταλλείων του Λαυρίου ανταποκρίνεται κι εδώ. Οι εργαζόμενοι ήταν καταδικασμένοι εγκληματίες, αιχμάλωτοι πολέμου ή όσοι είχαν φυλακιστεί επειδή για κάποιο λόγο προκάλεσαν την βασιλική οργή. Οι περισσότερο ακμαίοι εργάζονταν στην εξόρυξη του μεταλλεύματος, σε στενές και σκοτεινές γαλαρίες. Οι μικροί σε ηλικία (παιδιά και έφηβοι) μετέφεραν τα προϊόντα της εξόρυξης στις εισόδους των μεταλλείων. Από εκεί τα έπαιρναν άντρες και γυναίκες, που πέρασαν τα τριάντα τους, για να τα σπάσουν σε πέτρινα γουδιά με σιδερένια γουδοχέρια σε μέγεθος ρεβιθιού. Οι ακόμη μεγαλύτεροι σε ηλικία τα άλεθαν σε χειροκίνητους μύλους, γυρνώντας δυό και τρεις μαζί.

3.5. Αρχαιοελληνική Μεταλλεία και Εμπόριο

Η μεταλλεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο αποτελεί συνέχεια εκείνης που είχε αναπτυχθεί  στις προηγούμενες περιόδους, την προϊστορική και την πρωτοϊστορική. Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, η μεταλλεία εκείνη είχε σημειώσει τα πρώτα μεγάλα εξελικτικά της βήματα στην Ανατολή, απ’ όπου οι προϊστορικοί και πρωτοϊστορικοί κάτοικοι του ελλαδικού χώρου πήραν τις πρώτες μεταλλευτικές γνώσεις μέσω του εμπορίου που διεξήγαγαν ανταλλάσσοντας τα προϊόντα τους (κεραμικά, γλυπτά, υφαντά, λάδι, κρασί κ.α.) με τα μεταλλευτικά προϊόντα των λαών που κατοικούσαν στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου.

Το εμπόριο αυτό κατά την αρχαϊκή εποχή, χάρη στην επίδοσή τους στη ναυτιλία, οι Αρχαιοέλληνες, με επικεφαλής τους Ίωνες και τους Αιολείς της Μικράς Ασίας (Μιλήσιοι, Εφέσιοι, Φωκαείς, Χίοι, Σάμιοι, Λέσβιοι κ.λ.π.), τους Ροδίους, τους Ευβοείς (Ερετριείς, Χαλκιδείς) τους Ναξίους, Αθηναίους, Αιγινήτες, Μεγαρείς και Κορινθίους, το επεξέτειναν σχεδόν σε όλα τα παράλια του Ευξείνου Πόντου και της Μεσογείου, ιδρύοντας παντού για την εξυπηρέτησή του εμπορεία και αποικίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνον οι Μιλήσιοι είχαν ιδρύσει περίπου 80 εμπορεία και αποικίες από την Κολχική (σημερινή Γεωργία στον Καύκασο) ως την Αίγυπτο, ανάμεσά τους τη Σινώπη και την Τραπεζούντα στις μικρασιατικές ακτές του Ευξείνου Πόντου και τη Φάση στις Κολχικές. Ακόμη και πέρα από τη Μεσόγειο προς τη Δύση, στη Μάγχη και τη Βαλτική, είχε επεκταθεί το αρχαιοελληνικό ναυτεμπόριο. Σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας αυτής αποτελούσε η προμήθεια μετάλλων και μεταλλευμάτων, που κατόπιν τα επεξεργάζονταν στους τόπους τους και τα επανεξήγαν μορφοποιημένα σε κάθε λογής αντικείμενα, όπως κοσμήματα, εργαλεία, όπλα κ.α. Έτσι:

-      Οι Κορίνθιοι από τα μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. είχαν ιδρύσει αποικία στην Ιθάκη, την οποία χρησιμοποιούσαν σαν βάση για το προς το Ιόνιο εμπόριό τους. Μέσω της αποικίας αυτής προμηθεύονταν μέταλλα από την Ιλλυρία και την Ετρουρία (στην Ιταλία).

-      Οι Ευβοείς, που εγκαταστάθηκαν στις Πιθηκούσσες ( νησί στον κόλπο της Ιταλικής Νάπολης) μεταξύ του 770 και του 760 π.Χ., πλούτισαν από την ευφορία του ηφαιστειογενούς εδάφους τους, την εκμετάλλευση των χρυσορυχείων τους και το εμπόριο.

-      Επίσης στην Ανατολή οι Ευβοείς έμποροι είχαν εγκαταστήσει από τον 8ο π.Χ. αιώνα εμπορικά πρακτορεία στην Αλ Μίνα (στις εκβολές του Ορόντη) και στην Ταρσό. Στην μεν πρώτη συγκέντρωναν τα μέταλλα και τα εργαστηριακά προϊόντα του Λουριστάν (Βορειοδυτική Περσία), της Συρίας και της Αρμενίας, στη δε δεύτερη τα μέταλλα του Αντίταυρου.

-      Οι Σάμιοι, από το 650 π.Χ. παρουσιάζονται να διανέμουν στην υπόλοιπη Ιωνία σίδηρο και χαλκό, που προμηθεύονταν από την Κύπρο και τα λιμάνια της Κιλικίας και της Συρίας.

-      Οι αποικίες της Μιλήτου στις μικρασιατικές ακτές του Ευξείνου Πόντου (κυρίως Σινώπη και Τραπεζούντα) εμπορευόταν με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο το σιδηρομετάλλευμα και τον χάλυβα που προερχόταν από την Αρμενία, ενώ η Φάση εκμεταλλευόταν τα δικά της αργυρωρυχεία. Ακόμη και από τα Ουράλια, τα Αλτάϊα και τη νότια Σιβηρία φαίνεται ότι συγκεντρωνόταν στις πόλεις αυτές μέταλλα, όπως φαίνεται από διάφορα αντικείμενα της αρχαιοελληνικής τέχνης (γλυπτά και κεραμικά) που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία των εμπορικών δρόμων που συνέδεαν τις περιοχές αυτές με τα λιμάνια του Ευξείνου.

-      Οι Φωκαείς άποικοι της Μασσαλίας είχαν πλουτίσει από το εμπόριο του κασσίτερου, για την προμήθεια του οποίου έφταναν ως τις Οιστρυμνίδες νήσους (νήσοι Σίλλυ στ’ ανοικτά της Βρετάνης), στη χερσόνησο Κορνουάλλη και στην Ίκτη (πιθανόν η νήσος Ουάϊτ). Όλα τα παραπάνω οι αρχαίοι τα ονόμαζαν μ’ ένα όνομα Κασσιτερίδες Νήσους.

Με λίγα λόγια, συνοψίζοντας τα παραπάνω, το αρχαιοελληνικό εμπόριο μετάλλων και μεταλλευμάτων, και κατά συνέπεια και η αρχαιοελληνική μεταλλοτεχνία, γνώρισαν άνθιση χάρη στη συνδρομή του αρχαιοελληνικού ναυτεμπορίου, το οποίο ήταν ο βασικός παράγοντας ανάπτυξης του οικονομικού βίου και των πολιτισμικών επιτευγμάτων των αρχαίων Ελλήνων.

3.6. Αρχαιοελληνική Μεταλλοτεχνία

Η μεταλλοτεχνία στην αρχαία Ελλάδα γνώρισε εξελίξεις που της έδωσαν κλασσική αξία. Οι τεχνίτες, παρατηρώντας τις ιδιότητες που αποκτούσαν τα μέταλλα στα κρίσιμα σημεία θερμοκρασίας κατά την επεξεργασία τους, τις ξεχώρισαν και αξιοποιώντας τις κατόρθωσαν να βελτιώσουν ποιοτικά πολλά μέταλλα, να πολλαπλασιάσουν τις χρήσεις τους και να προάγουν ακόμη περισσότερο την ίδια την τεχνική της επεξεργασίας.

Ήδη, από τον 8ο π.Χ. αιώνα έχουμε ευρήματα (χάλκινους τρίποδες), που οι εγχάρακτες και ανάγλυφες παραστάσεις τους δείχνουν εξαιρετικά ανεπτυγμένη μεταλλοτεχνία. Το ίδιο φαίνεται και από τα χρυσά κοσμήματα της ίδιας περιόδου (σκουλαρίκια, περιδέραια και χρυσές ταινίες) που βρέθηκαν σε τάφους της Αττικής.

Τον 7ο π.Χ. αιώνα, ο Χιώτης χαλκοπλάστης Γλαύκος, παρατηρώντας στο εργαστήρι του τις ιδιότητες που αποκτούσε ο σίδηρος με την επενέργεια της φωτιάς και του νερού, ανακάλυψε τον τρόπο συγκόλλησής του, πράγμα που πλάτυνε πολύ τους ορίζοντες της σιδηρουργίας. Την ίδια εποχή, οι ξακουστοί Σαμιώτες καλλιτέχνες Θεόδωρος και Ροίκος, δουλεύοντας τον χαλκό στην αγαλματοποιία, ανακάλυψαν τον τρόπο να κατασκευάζουν αγάλματα με κοίλο το εσωτερικό τους, χύνοντας σε ειδικά καλούπια λιωμένο χαλκό για την κατασκευή των μερών τους και ενώνοντάς τα ύστερα με οδοντωτές ραφές, χωρίς να αλλοιώνεται, ούτε στο ελάχιστο, η ενιαία εμφάνιση των έργων. Η τεχνική αυτή βρήκε επέκταση και σε άλλες εφαρμογές της χαλκουργίας, αλλά και της μεταλλοτεχνίας γενικότερα, με συνέπεια την επέκταση των μεταλλοκατασκευών και την οικονομία στα μέταλλα.

Κατά την κλασσική εποχή οι Αθηναίοι παρατήρησαν το φαινόμενο της επανθίσεως του αργύρου, που βρήκε εφαρμογή στην νομισματοκοπία, αλλά και σε άλλους βιοτεχνικούς κλάδους, όπου επεξεργαζόταν το πολύτιμο αυτό μέταλλο και έπρεπε να ελέγχουν την καθαρότητά του. Σημαντικές ήταν και οι βελτιώσεις που είχαν επιτευχθεί στην επεξεργασία του χαλκού. Κατάφεραν οι αρχαίοι Έλληνες να ελέγχουν κι εδώ την καθαρότητά του και να παρασκευάζουν κράματα σε μεγάλη ποικιλία, ακόμη και για ειδικές χρήσεις. Για την κατασκευή των σφραγίδων π.χ. που χρησιμοποιούσε η νομισματοκοπία τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., παρασκεύαζαν ειδικό κράμα που περιείχε χαλκό 67,8%, κασσίτερο 24,2% και μόλυβδο 8%. Το παραπάνω αποτελεί απόδειξη ότι είχε παρατηρηθεί και αξιοποιηθεί στη μεταλλοτεχνία η εξάρτηση της σκληρότητας και της ανθεκτικότητας του χαλκού από την περιεκτικότητά του σε άλλα μέταλλα (κασσίτερο και μόλυβδο στην προκειμένη περίπτωση).

Η κατεργασία του χάλυβα είχε φτάσει την εποχή αυτή σε πολύ υψηλό επίπεδο τεχνικής, ώστε να χρησιμοποιείται αυτός, εκτός των άλλων εφαρμογών του, και στη διαμόρφωση κραμάτων χαλκού στον τόρνο. Μόνο όταν άρχισε η χρήση σκληρού χάλυβα στην κατασκευή κοπτικών εργαλείων, μπόρεσε ο τόρνος να αποτελέσει ένα από τα πιο βασικά εργαλεία για τη διαμόρφωση των μετάλλων. Παράλληλα, η τελειοποίηση της τεχνικής της βαφής και η βελτίωση των ιδιοτήτων του χάλυβα που αυτή επέφερε, επέκτεινε το φάσμα χρήσης του σε πολλές νέες κατασκευές, ιδίως σε εκείνες που απαιτούσαν ελαστικότητα και αντοχή, όπως π.χ. η κατασκευή των τεράστιων τόξων στους πολεμικούς καταπέλτες.

Η νομισματοκοπία ήταν από τους τομείς που επωφελήθηκαν σημαντικά από την βελτίωση των τεχνικών επεξεργασίας των μετάλλων κατά την εποχή αυτή. Κατά την παράδοση, στην Ελλάδα πρώτος έκοψε νομίσματα ο βασιλιάς του Άργους Φείδων, τον 7ο π.Χ. αιώνα. Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν στη θέση νομισμάτων σφαιρίδια ή πλακίδια από χρυσό, άργυρο ή ήλεκτρο (φυσικό μείγμα χρυσού και αργύρου) και “οβελοί” ή “οβολοί”, δηλαδή λεπτές και μικρές ράβδοι από σίδερο (εξ ου και ο οβελίας). Η κοπή των νομισμάτων γινόταν σε ειδικά εργαστήρια, τα νομισματοκοπεία, αφού πρώτα καθοριζόταν από την Πολιτεία η αναλογία των βασικών τους μετάλλων, το βάρος τους, το σχήμα τους και οι παραστάσεις και εγγραφές που θα έφεραν στις δύο πλευρές τους. Τα μέταλλα που χρησιμοποιούνταν ήταν κατά κανόνα τα ευγενή (χρυσός και άργυρος), ενώ για τα μικρής αξίας νομίσματα χρησιμοποιούνταν ο χαλκός. Έχουν χρησιμοποιηθεί όμως και άλλα μέταλλα για την κοπή νομισμάτων, όπως σίδηρος στη Σπάρτη και τις Κλαζομενές, ψευδάργυρος στη Σικελία, όπως επίσης και κράματα μετάλλων. Το επίπεδο καθαρότητας των αρχαιοελληνικών μετάλλων είχε φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η περιεκτικότητα των αθηναϊκών νομισμάτων ήταν πάνω από 99,5% σε άργυρο, ενώ ο Φίλιππος Β’ σαν όπλο στον νομισματικό του πόλεμο εναντίον των περσικών “δαρεικών” χρησιμοποίησε και την καθαρότητα του μετάλλου, ανεβάζοντας την περιεκτικότητα των “φιλίππειων” στατήρων του σε 99,6% σε χρυσό.

3.7. Μεταλλεία και Αρχαιοελληνικός Πολιτισμός

Η συμβολή της μεταλλείας γενικά στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού είναι αναμφισβήτητη. Όχι μόνο γιατί αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους και βασικότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά και γιατί συμμετέχει άμεσα στην ανάπτυξη όλων των άλλων τομέων, παρέχοντάς τους τα βασικά μέσα για τη λειτουργία τους. Η μεταλλεία προμηθεύει σε όλες τις τέχνες τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι λειτουργοί τους. Και μάλιστα, με τη φροντίδα για τη συνεχή βελτίωση των μετάλλων και των εργαλείων κατά συνέπεια, συμβάλλει άμεσα στην πρόοδο των ίδιων των τεχνών. Μεγάλη πρόοδος στην κατασκευή εργαλείων στην αρχαία Ελλάδα παρουσιάστηκε όταν η τεχνική της επεξεργασίας του σιδήρου άρχισε να δίνει τον κατάλληλο για εργαλεία χάλυβα, πράγμα που επιτεύχθηκε προς τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα.

Άμεση συνέπεια της βελτίωσης των εργαλείων είναι η αλλαγή που παρατηρείται στην μέχρι τότε οργάνωση της παραγωγής. Αυτή, από οικοτεχνική, δηλαδή από παραγωγή που αποσκοπούσε στην ικανοποίηση των αναγκών κάθε οικογένειας, με ανταλλαγή των περίσσιων προϊόντων με άλλα είδη που δεν παρήγαγε η ίδια, γίνεται βιοτεχνική. Εξειδικεύεται δηλαδή, παράγοντας, στο σπίτι στην αρχή, και σε ειδικά εργαστήρια αργότερα, είδη που προορίζονται για την αγορά. Έτσι, η οικονομία από κλειστή (κατ’ οίκον οικονομία) γίνεται εμπορευματική (συναλλακτική οικονομία) και περνά στη καπιταλιστική της εμπορική περίοδο.

Οι αλλαγές αυτές είχαν σαν άμεσες συνέπειες:

-      Την καλύτερη κατανομή της εργασίας, με την ίδρυση σε όλους τους οικισμούς βιοτεχνικών εργαστηρίων, που η συγκέντρωσή τους στα πιο επίκαιρα σημεία συντελεί στην εμφάνιση των πόλεων.

-      Στην καθιέρωση των νομισμάτων, για την ευκολότερη και καλύτερη διάθεση των προϊόντων.

-      Την δημιουργία όλο και μεγαλύτερων και καλύτερα οργανωμένων αγορών. Ο Πειραιάς, κατά την κλασσική εποχή, εξελίσσεται στην μεγαλύτερη αγορά του τότε κόσμου, ενώ κατά την ελληνιστική παίρνει τα πρωτεία η Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων.

-      Το εμπόριο, κατά συνέπεια, γνωρίζει τεράστια ανάπτυξη, και, για την καλύτερη εξυπηρέτησή του, ναυπηγούνται περισσότερα και μεγαλύτερα πλοία, με συνέπεια την ίδρυση πολλών ναυπηγικών επιχειρήσεων. Στον Πειραιά της κλασσικής εποχής, οι ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες είχαν καταλάβει την πρώτη θέση ανάμεσα στις βιοτεχνίες της αθηναϊκής οικονομίας, ανεβάζοντας οικονομικά πολλούς “ναύκληρους”.

-      Στη γεωργία, το σιδερένιο υνί –αργότερα και ολόκληρο σιδερένιο αλέτρι- συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση των προϊόντων. Σαν αποτέλεσμα, η γεωργία οργανώνεται σε καλύτερες βάσεις, με κατανομή των καλλιεργειών ανά περιοχή, παράγοντας προϊόντα που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση σε ξένες χώρες.

Όλες οι παραπάνω αλλαγές, που σχετίζονται με την οργάνωση της παραγωγής και την οικονομική ζωή στην αρχαία Ελλάδα, επιφέρουν στη συνέχεια σειρά κοινωνικών αλλαγών, όπως:

-      Αυξάνεται ο ρόλος της Πολιτείας, η οποία επεμβαίνει με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όταν, κατά περιόδους, οξύνονται οι σχέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις.

-      Η μέχρι τότε τοκογλυφία εξελίσσεται και παίρνει τη μορφή τραπεζικών επιχειρήσεων, που με τη σειρά τους βοηθούν στην ανάπτυξη των μεταλλευτικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων.

-      Πολλοί αγρότες, κυρίως αυτοί που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσαρμόσουν τις καλλιέργειές τους στις νέες συνθήκες, χάνουν με τον δανεισμό τη γη τους και προσφεύγουν στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Οι μέτοικοι, όπως και πολλοί απελεύθεροι, επιδίδονται στις ίδιες ασχολίες, όχι μόνο γιατί δεν έχουν δική του γη, αλλά και γιατί οι ασχολίες αυτές είναι περισσότερο κερδοφόρες. Όσοι από αυτούς πετυχαίνουν στον νέο τομέα, αποκτούν οικονομική δύναμη και συνθέτουν την αστική τάξη, που από την αρχαϊκή εποχή αρχίζει να εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο, διεκδικώντας τη συμμετοχή της στη διαχείριση των κοινών, για να μπορεί να προστατεύει καλύτερα τα συμφέροντά της. Η πορεία αυτή καταλήγει στην επιβολή της Δημοκρατίας, που στην κλασσική Αθήνα δίνει το αιώνιο πρότυπό της.

Περισσότερο εξειδικευμένα, η επίδραση της ανάπτυξης της μεταλλείας και της μεταλλοτεχνίας σε τομείς που έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, φαίνεται χαρακτηριστικά στα παρακάτω παραδείγματα:

-      Η αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική και γλυπτική μπαίνουν στο στάδιο των μεγαλύτερων δημιουργημάτων τους, αρχίζουν να οικοδομούν δηλαδή τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, από τότε που μπορούν να χρησιμοποιήσουν σαν βασικό υλικό τους το μάρμαρο αντί του ξύλου και των πλιθιών που χρησιμοποιούνταν παλιότερα. Για να υποταχθεί όμως το μάρμαρο στον τεχνίτη χρειάζονται τα κατάλληλα εργαλεία, αιχμηρά και σκληρά, που να μπορούν να κόβουν την μαρμάρινη μάζα και να διαμορφώνουν την επιφάνειά της σύμφωνα με την επιθυμία του καλλιτέχνη. Τέτοια εργαλεία στην αρχαία Ελλάδα, όπως ειπώθηκε παραπάνω, άρχισαν να κατασκευάζονται προς τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μόνο από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετά εμφανίζονται ναοί με καλλιτεχνικά δουλεμένες μαρμαροκολώνες και αρχίζουν να εμφανίζονται μαρμάρινα γλυπτά και ανάγλυφα που η εμφάνισή τους δείχνει άνεση στη γλυφή τους. Οι τέχνες αυτές φτάνουν στην μεγαλύτερη ακμή τους στην κλασσική εποχή, οπότε και γίνονται οι κύριοι εκφραστές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, όχι μόνο γιατί εξελίσσονται οι δημιουργοί, αλλά και γιατί παράλληλα τελειοποιούνται και τα εργαλεία με τα οποία αυτοί δουλεύουν τα έργα τους.

-      Οι βάσεις της επιστήμης της Χημείας ανάγονται στην ελληνιστική εποχή. Αυτή προήλθε από την τέχνη της χρυσοποιίας, που, αποσκοπώντας στην Παρασκευή χρυσού από άλλα μέταλλα, απέκτησε διαστάσεις επιστήμης στην Αλεξάνδρεια. Οι Αλεξανδρινοί είχαν επινοήσει και ειδική φιλοσοφική θεωρία για τα μέταλλα και καθοδηγούσαν μ’ αυτή τη χρυσοποιία στα χημικά (“χυμευτικά”) εργαστήριά τους. Η θεωρία αυτή καθόριζε ως κύρια επιδίωξη της χρυσοποιίας την εύρεση της ουσίας, που θα μετέτρεπε το κατάλληλα επεξεργασμένα μεταλλικό “χύμα” σε χρυσό. Με τον καιρό, και μέσω των μετέπειτα κατακτητών της Αλεξάνδρειας Αράβων, η θεωρία αυτή εξελίχθηκε στην “φιλοσοφική λίθο” των αλχημιστών, στις εργασίες των οποίων πολλά χρωστά η σημερινή επιστήμη της Χημείας σε όλους τους κλάδους της.

-      Στη θεμελίωση της επιστημονικής βάσης της ιατρικής και της φαρμακευτικής, που τόσο στέρεα έγινε από τον Ιπποκράτη (460 – 377 π.Χ.), η συμβολή της μεταλλείας και της μεταλλοτεχνίας ήταν σημαντική. Αφ’ ενός μεν γιατί η κατασκευή των (κοφτερών και αιχμηρών) ιατρικών εργαλείων που ήταν κατάλληλα για την μελέτη της ανατομίας του ανθρωπίνου σώματος και την χειρουργική επέμβαση σ’ αυτό δεν μπορούσε να γίνει πριν την ανάπτυξη του κατάλληλου χάλυβα, και αφ’ ετέρου γιατί πολλά από τα φάρμακα που οι γιατροί χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία πολλών ασθενειών είχαν μεταλλευτική προέλευση (οξείδια κ.α.), καθώς ήταν έντονη η πίστη την εποχή εκείνη στις μαγικές θεραπευτικές δυνάμεις των μετάλλων και των πολύτιμων λίθων.

Εκτός όμως από την έμμεση συμβολή της μεταλλείας στη διαμόρφωση των τεχνών και επιστημών, όπως στα παραδείγματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, σημαντική ήταν και η άμεση συμβολή της, μέσω των παρατηρήσεων και της διερεύνησης των φαινομένων που συμβαίνουν σε όλο το φάσμα των διαδικασιών της, από την αναζήτηση και εξόρυξη των μετάλλων ως την διαμόρφωσή τους σε αντικείμενα χρήσεως. Από τις παρατηρήσεις αυτές, άλλες περιελήφθησαν σε έργα (συγγράμματα ή διδασκαλίες) πολλών διανοητών της ελληνικής αρχαιότητας και αργότερα αποτέλεσαν πυρήνες για την ανάπτυξη όλου σχεδόν του σημερινού επιστημονικού φάσματος, όπως έγινε π.χ. με τη θεωρία του Δημόκριτου για τα άτομα. Άλλες πάλι συστηματοποιήθηκαν ήδη από την περίοδο εκείνη και μορφοποιήθηκαν από τότε σε επιστήμες, όπως έγινε π.χ. με την “Ορυκτολογία” του Θεόφραστου, που το “Περί Λίθων” τμήμα της που έχει διασωθεί αποτελεί επιστημονική συγκέντρωση και συστηματοποίηση όλων των ως τότε παρατηρήσεων πάνω στα μέταλλα και τα άλλα ορυκτά.

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack